Πέντε χρόνια μετά τον καταστροφικό σεισμό της 30ής Οκτωβρίου 2020, οι σεισμόπληκτοι της Σάμου εξακολουθούν να κινούνται μέσα σε ένα παλαιό, δύσκαμπτο διοικητικό πλαίσιο, την ώρα που η Πολιτεία προχωρά σε νέες τροποποιήσεις και επικαιροποιήσεις μέτρων για άλλες περιοχές, όπως η Κρήτη. Η πρόσφατη ΚΥΑ 9092/2026 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της άνισης μεταχείρισης.
Η συγκεκριμένη απόφαση, που αφορά τους σεισμούς του 2021 στην Κρήτη, έρχεται να προσαρμόσει, να διορθώσει και να παρατείνει ένα ήδη ενεργό σύστημα στεγαστικής συνδρομής. Προβλέπει χρηματοδοτήσεις, καλύψεις τόκων και –κυρίως– δίνει εκ νέου «ζωή» σε διαδικασίες που, αν είχαν λήξει, θα άφηναν δικαιούχους εκτός. Με άλλα λόγια, το κράτος αναγνωρίζει στην πράξη ότι τα αρχικά σχήματα αποκατάστασης δεν ήταν επαρκή και τα αναθεωρεί.
Την ίδια στιγμή, στη Σάμο, οι πολίτες που επλήγησαν από έναν εξίσου ισχυρό και καταστροφικό σεισμό παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα πλαίσιο που σχεδιάστηκε σε διαφορετικές συνθήκες, χωρίς την ίδια ένταση επικαιροποίησης. Παρά τις καθυστερήσεις, τις δυσκολίες στην υποβολή φακέλων και τις πραγματικές ανάγκες αποκατάστασης, δεν υπάρχει αντίστοιχη συστηματική επανεξέταση ή προσαρμογή των μέτρων με τη συχνότητα και την ευελιξία που παρατηρείται στην περίπτωση της Κρήτης.
Το επιχείρημα της διοίκησης ότι κάθε φυσική καταστροφή αντιμετωπίζεται με ξεχωριστές αποφάσεις δεν αναιρεί το ουσιαστικό ζήτημα: όταν οι πολιτικές δεν επικαιροποιούνται με τον ίδιο τρόπο για όλους, δημιουργούνται πολίτες διαφορετικών ταχυτήτων. Η Σάμος, αν και προηγήθηκε χρονικά, φαίνεται να ακολουθεί με καθυστέρηση σε επίπεδο διορθωτικών παρεμβάσεων, σαν να «παγώνει» στο χρόνο.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η εικόνα που προκύπτει από την ίδια τη δομή των αποφάσεων. Η ΚΥΑ του 2026, ενώ παραπέμπει σε προηγούμενες ρυθμίσεις που περιλαμβάνουν και τη Σάμο, δεν επεκτείνει σε αυτήν καμία από τις νέες διευκολύνσεις. Η αναφορά υπάρχει, αλλά το όφελος όχι. Αυτό ενισχύει την αίσθηση μιας διοίκησης που λειτουργεί αποσπασματικά, χωρίς ενιαία στρατηγική για την αποκατάσταση μετά από φυσικές καταστροφές.
Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται εύλογα και ένα πολιτικό ερώτημα: ποια θα είναι η στάση του βουλευτή Σάμου, Χριστόδουλου Στεφανάδη; Θα αναδείξει το ζήτημα της άνισης μεταχείρισης στη Βουλή; Θα ζητήσει αντίστοιχες τροποποιήσεις και για τη Σάμο ή θα παραμείνει η υπόθεση των σεισμόπληκτων του νησιού σε δεύτερο πλάνο; Η μέχρι σήμερα εξέλιξη των μέτρων καθιστά την παρέμβασή του όχι απλώς αναμενόμενη, αλλά αναγκαία.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου η γεωγραφία και ο χρόνος του σεισμού καθορίζουν τελικά το επίπεδο στήριξης. Οι σεισμόπληκτοι της Σάμου δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν ισότιμη αντιμετώπιση: την ίδια προσοχή, την ίδια προσαρμοστικότητα και τις ίδιες ευκαιρίες να ολοκληρώσουν την αποκατάσταση των κατοικιών και των περιουσιών τους.
Αν κάτι αναδεικνύει η σύγκριση με την Κρήτη, δεν είναι απλώς μια διοικητική διαφορά. Είναι η ανάγκη για ένα ενιαίο, δυναμικό και δίκαιο σύστημα κρατικής αρωγής, που δεν θα αφήνει καμία πληγείσα περιοχή πίσω, όσος χρόνος κι αν έχει περάσει από την καταστροφή.