Μέχρι το σημείο αυτό της έρευνας είχε ήδη διαπιστωθεί ότι κάθε υπηρεσία έδινε τη δική της ερμηνεία για το ποιος είναι αρμόδιος.
Θα περίμενε κανείς ότι η παρέμβαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, ως εποπτεύουσας διοικητικής αρχής, θα έβαζε ένα τέλος στη σύγχυση και θα ζητούσε συγκεκριμένες απαντήσεις από τους εμπλεκόμενους φορείς.
Συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Μετά την υποβολή της καταγγελίας για τη λειτουργία μη αδειοδοτημένου σημείου αφετηρίας των λεωφορείων του ΚΤΕΛ και για την παράλειψη νόμιμων ενεργειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν προχώρησε σε κάποια ουσιαστική διαπίστωση ούτε έλαβε θέση επί της νομιμότητας της υπόθεσης.
Αντί αυτού, διαβίβασε την καταγγελία στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, ζητώντας να αποστείλει τις απόψεις της επί των καταγγελλόμενων.
Παράλληλα, το Τμήμα Διοίκησης Σάμου της ίδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης απέστειλε το ίδιο έγγραφο στον Δήμο Ανατολικής Σάμου και στο Διαδημοτικό Λιμενικό Ταμείο Σάμου, ζητώντας από τις υπηρεσίες που εποπτεύει να την ενημερώσουν σχετικά.
Έτσι, η υπόθεση έκανε ακόμη έναν κύκλο.
Η καταγγελία ξεκίνησε από τον πολίτη.
Έφτασε στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση.
Η Αποκεντρωμένη τη διαβίβασε στην Περιφέρεια.
Η Περιφέρεια είχε ήδη αποστείλει έγγραφα στον Δήμο και σε άλλες υπηρεσίες.
Ο Δήμος δεν απαντούσε.
Το Διαδημοτικό Λιμενικό Ταμείο παρέπεμπε στις δικές του αρμοδιότητες.
Η Τροχαία ζητούσε να καθοριστούν τα όρια της Χερσαίας Ζώνης.
Το Λιμεναρχείο έδινε τη δική του ερμηνεία.
Και το αποτέλεσμα;
Η ίδια υπόθεση συνέχιζε να ταξιδεύει από υπηρεσία σε υπηρεσία, χωρίς καμία διοικητική αρχή να δίνει μια οριστική απάντηση για το αν το σημείο λειτουργεί νόμιμα ή όχι.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή καμία υπηρεσία δεν αμφισβητούσε ότι στο συγκεκριμένο σημείο λειτουργούσε καθημερινά η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων.
Εκείνο που αμφισβητούνταν ήταν...
ποιος έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη.
Η εικόνα που διαμορφωνόταν ήταν πλέον ξεκάθαρη.
Αντί να λυθεί το πρόβλημα, τα έγγραφα ανακυκλώνονταν μεταξύ των ίδιων υπηρεσιών, με αποτέλεσμα η μία να ζητά εξηγήσεις από την άλλη και η υπόθεση να παραμένει σε ένα διαρκές διοικητικό αδιέξοδο.
Και ενώ η αλληλογραφία αυξανόταν, το βασικό ερώτημα παρέμενε αναπάντητο:
Ποιος θα αναλάμβανε τελικά την ευθύνη να εφαρμόσει τον νόμο;

