Στο πιο παλιό ταβερνάκι του χωριού, εκεί που το κρασί έρχεται σε καράφα και οι καρέκλες τρίζουν πιο πολύ κι από τα δημοτικά συμβούλια, κάθονταν αντικριστά δύο μορφές–θεσμός.
Από τη μία ο Βασίλης ο Βαλκαμλής, δημοτικός σύμβουλος με ύφος «να το δούμε πρακτικά το θέμα» και αρματωσιά που γυάλιζε περισσότερο κι από τον προϋπολογισμό έργων.
Από την άλλη ο Τίμος ο Χατζηλαγός, δημοτικός σύμβουλος του ΚΚΕ, με βλέμμα αγωνιστικό, φουστανέλα καλοσιδερωμένη και επιχειρήματα που έπεφταν στο τραπέζι πιο βαριά κι από τα φυσέκια στο σελάχι.
Πώς βρέθηκαν μαζί;
Η ιστορία ξεκίνησε από μια παρεξήγηση. Ο Βασίλης είχε πει στο συμβούλιο:
— «Να γίνει επανάσταση… στην καθαριότητα!»
Και ο Τίμος πετάχτηκε:
— «Επανάσταση; Μέσα!»
Τελικά η μόνη επανάσταση που έγινε ήταν στην κατανάλωση τσίπουρου.
Βρέθηκαν λοιπόν στο ταβερνάκι «Η Ωραία Φουστανέλα», δήθεν για να συζητήσουν «θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης». Στην πράξη όμως, το μόνο που αυτοδιοικούνταν ήταν το καραφάκι.
— «Στο χωριό χρειάζονται έργα», έλεγε ο Βασίλης σηκώνοντας το ποτήρι.
— «Στο χωριό χρειάζεται λαϊκή συμμετοχή», απαντούσε ο Τόιμος τσουγκρίζοντας.
— «Να τα βάλουμε κάτω.»
— «Να τα πιούμε πάνω!»
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε ελιές, φέτα και πολιτική ανάλυση επιπέδου… τρίτου γύρου, ανακάλυψαν το μεγάλο μυστικό της δημοκρατίας:
Ότι στο τέλος της ημέρας, δεξιοί, αριστεροί και… αρματωμένοι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα — το τσίπουρο ενώνει.
Κάποια στιγμή ο ταβερνιάρης τους ρώτησε:
— «Ρε παιδιά, τελικά τι αποφασίσατε;»
Κοιτάχτηκαν σοβαρά, ίσιωσαν τα σελάχια και είπαν με μια φωνή:
— «Να ξανασυνεδριάσουμε αύριο. Για να είμαστε σίγουροι.»
Και έτσι γράφτηκε η πρώτη διαπαραταξιακή συμφωνία… με μεζέ.
