Η σχεδιαζόμενη ακτοπλοϊκή σύνδεση Βόλου – Βορείου Αιγαίου, η οποία προβλέπεται να χρηματοδοτηθεί με δημόσιους πόρους της Περιφέρειας, συνιστά διοικητική πράξη με συγκεκριμένες και αυξημένες απαιτήσεις νομιμότητας. Ως εκ τούτου, η αξιολόγησή της δεν εξαντλείται στη σκοπιμότητα ή στη γεωγραφική της λογική, αλλά εδράζεται πρωτίστως στη συμμόρφωσή της με το ισχύον εθνικό και ενωσιακό δίκαιο της ακτοπλοΐας και των δημοσίων συμβάσεων.
Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, η κανονική διαδικασία για τη λειτουργία ακτοπλοϊκών γραμμών είναι η ελεύθερη αγορά ή, σε περίπτωση δημόσιας υπηρεσίας, η διαγωνιστική διαδικασία. Η απευθείας ανάθεση ή η επιδοτούμενη λειτουργία χωρίς διαγωνισμό επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και να αποδεικνύονται εγγράφως στον διοικητικό φάκελο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αποτυχία προηγούμενης διαγωνιστικής διαδικασίας ή η αποδεδειγμένη έλλειψη ενδιαφέροντος από την αγορά, η ύπαρξη επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, καθώς και ο ρητά προσωρινός χαρακτήρας της ρύθμισης.
Ιδιαίτερη νομική βαρύτητα αποκτά η επιλογή των λιμένων που εντάσσονται στον σχεδιασμό. Στην υπό εξέταση γραμμή προβλέπεται η σύνδεση του Βόλου με τη Λέσβος και τη Χίος, ενώ εξετάζεται και η ένταξη της Λήμνος. Αντιθέτως, η Σάμος δεν περιλαμβάνεται στον σχεδιασμό, χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί συγκριτική τεχνική ή λειτουργική αξιολόγηση που να αιτιολογεί τον αποκλεισμό της.
Από νομικής απόψεως, η διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ιδίως όταν πρόκειται για νησιά που ανήκουν στην ίδια Περιφέρεια και χρηματοδοτούνται από τον ίδιο προϋπολογισμό. Η επιλεκτική ένταξη λιμένων, χωρίς αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια, δημιουργεί ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισονομίας και καθιστά τη διοικητική πράξη ευάλωτη σε έλεγχο ακυρωσιμότητας. Η ύπαρξη συγκριτικής τεχνικής μελέτης δεν αποτελεί τυπική λεπτομέρεια, αλλά ουσιώδη όρο νομιμότητας.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διοίκηση οφείλει να απαντά όχι με πολιτικές δηλώσεις, αλλά με την επίδειξη πλήρους και τεκμηριωμένου διοικητικού φακέλου, ικανού να αποδείξει ότι οι επιλογές της εδράζονται αποκλειστικά σε νόμιμα κριτήρια. Το βάρος της απόδειξης φέρει η Περιφερειακή Αρχή, υπό τον Κώστα Μουτζούρη.
Συμπερασματικά, η νομιμότητα της ακτοπλοϊκής σύνδεσης Βόλου – Βορείου Αιγαίου εξαρτάται από την πλήρη τήρηση των θεσμικών προϋποθέσεων που διέπουν την απευθείας ανάθεση και τη δημόσια χρηματοδότηση. Ελλείψει τεκμηριωμένης διερεύνησης της αγοράς, σαφούς αιτιολόγησης επείγοντος χαρακτήρα, συγκριτικής αξιολόγησης των λιμένων και πλήρους διαφάνειας στη διαδικασία, η απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά θωρακισμένη. Σε αυτή την περίπτωση, το ζήτημα παύει να αφορά την ακτοπλοΐα καθαυτή και μετατρέπεται σε θέμα θεσμικής νομιμότητας και διοικητικού ελέγχου.