Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διατάξεις του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, το οποίο βρίσκεται στην τελική φάση ψήφισης από τη Βουλή, καθώς φαίνεται να επιλύουν σημαντικά ζητήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή του υφιστάμενου χωροταξικού καθεστώτος της Σάμου, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν νέα δεδομένα για τον υπό εκπόνηση Τοπικό Πολεοδομικό Σχεδιασμό του Δήμου Ανατολικής Σάμου.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία αφορά το παράκτιο μέτωπο. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του Π.Δ. 100Δ/1995, που διέπει το χωροταξικό καθεστώς της Σάμου, σε όλες τις περιοχές της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, πλην της περιοχής Ε, επιτρέπεται σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων από τη γραμμή του αιγιαλού μόνο η διαμόρφωση γηπέδων αθλοπαιδιών, η τοποθέτηση μόνιμων ή κινητών σκιαδίων και η φύτευση πρασίνου.
Αντίστοιχα, το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό προβλέπει ακόμη αυστηρότερο καθεστώς προστασίας της παράκτιας ζώνης.
Συγκεκριμένα, στη ζώνη από 0 έως 25 μέτρα από την ακτογραμμή απαγορεύεται πλήρως κάθε κατασκευή ή διαμόρφωση, με μοναδικές εξαιρέσεις τις αναγκαίες παρεμβάσεις για πρόσβαση ΑμεΑ και ασθενοφόρων, καθώς και τα έργα που προβλέπονται από τη νομοθεσία περί αιγιαλού και παραλίας.
Εξίσου σημαντική είναι η πρόβλεψη για την ελάχιστη απαιτούμενη έκταση οικοπέδων τουριστικών εγκαταστάσεων. Το ισχύον χωροταξικό της Σάμου ορίζει ως ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν τα 12 στρέμματα στις εκτός σχεδίου περιοχές όπου επιτρέπονται χρήσεις τουρισμού – αναψυχής.Αντίθετα, το νέο χωροταξικό πλαίσιο προβλέπει ότι, έως την ολοκλήρωση των πολεοδομικών σχεδιασμών πρώτου επιπέδου, η ανέγερση νέων ξενοδοχειακών μονάδων επιτρέπεται σε γήπεδα ελάχιστης έκτασης 8 στρεμμάτων, μειώνοντας ουσιαστικά το σχετικό όριο.
Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πρέπει ή όχι να επανεξεταστεί το επικρατέστερο σενάριο του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου Ανατολικής Σάμου, το οποίο παρουσιάστηκε από τους μελετητές κατά τη δημόσια διαβούλευση του περασμένου Νοεμβρίου και στη συνέχεια επιλέχθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο ως η προτιμητέα λύση;Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίπτωση της προτεινόμενης τουριστικής ζώνης στο Ποτοκάκι, καθώς η χωροθέτησή της φαίνεται να έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τους νέους περιορισμούς που εισάγει το υπό ψήφιση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό σχετικά με τις αποστάσεις από την ακτογραμμή.
Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σκόπιμο να διερευνηθεί κατά πόσο οι προτάσεις του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου ανταποκρίνονται πλέον στα νέα θεσμικά δεδομένα ή αν απαιτείται αναπροσαρμογή τους πριν την οριστικοποίησή τους.
Ίσως, τελικά, το χωροταξικό πλαίσιο του 1995 να αποδεικνύεται περισσότερο διαχρονικό απ’ όσο πολλοί θεωρούσαν. Με τις αναγκαίες επικαιροποιήσεις και στοχευμένες παρεμβάσεις όπου απαιτείται, ενδεχομένως να εξακολουθεί να παρέχει ένα σταθερό πλαίσιο προστασίας και ανάπτυξης. Γιατί, όπως συχνά συμβαίνει στον σχεδιασμό του χώρου, πριν προχωρήσουμε σε ριζικές αλλαγές, αξίζει να αναρωτηθούμε: τι πραγματικά κερδίζουμε και τι ενδεχομένως κινδυνεύουμε να χάσουμε;
Πέρα από τις επιμέρους διατάξεις του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, αναδεικνύεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα και να διατυπωθούν αξιόπιστες προτάσεις για το μέλλον του τόπου, απαιτείται πρωτίστως η γνώση, η κατανόηση και η σε βάθος μελέτη της χωροταξικής του ιστορίας.Κάθε χωροταξική επιλογή αποτελεί συνέχεια προηγούμενων αποφάσεων, εμπειριών και ισορροπιών που διαμορφώθηκαν μέσα στον χρόνο.
Όταν αυτή η ιστορική διαδρομή αγνοείται ή υποτιμάται, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναλαμβάνονται λάθη ή να προτείνονται λύσεις που συγκρούονται με την πραγματικότητα του τόπου.
Δυστυχώς, η εικόνα που εκπέμπεται σήμερα είναι ότι η Δημοτική Αρχή και οι αρμόδιοι αιρετοί που χειρίζονται ζητήματα τουριστικής ανάπτυξης δεν διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία και εξειδίκευση σε ζητήματα χωροταξικού σχεδιασμού και τουριστικής πολιτικής.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαμορφώνονται προσεγγίσεις που δείχνουν να περιορίζονται σε μικρής κλίμακας παρεμβάσεις και μικρές τουριστικές μονάδες, χωρίς να εξετάζονται επαρκώς οι δυνατότητες που προσφέρει το νέο θεσμικό πλαίσιο για πιο ολοκληρωμένες και ανταγωνιστικές επενδύσεις.
Η συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα του νησιού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στον δημόσιο διάλογο ελάχιστα αναφέρθηκε το γεγονός ότι εδώ και περίπου δεκαοκτώ χρόνια διαμένει στη Σάμο ένας σταθερός πληθυσμός περίπου 2.500 μεταναστών. Πρόκειται για ένα δεδομένο που επηρεάζει ουσιαστικά τις υποδομές, τις υπηρεσίες και τη συνολική πληθυσμιακή πίεση που δέχεται το νησί και θα όφειλε να αποτελεί μέρος κάθε σοβαρής ανάλυσης περί φέρουσας ικανότητας.
Παρά ταύτα, το στοιχείο αυτό δεν φαίνεται να αξιολογήθηκε επαρκώς κατά τη διαμόρφωση των σχετικών θέσεων. Την ίδια στιγμή, η ίδια η έννοια της φέρουσας ικανότητας αποτελεί αντικείμενο ευρύτερης πολιτικής συζήτησης, καθώς έχουν διατυπωθεί δημόσια απόψεις που αμφισβητούν τη χρησιμότητά της ως εργαλείου σχεδιασμού και ανάπτυξης.
Η Σάμος χρειάζεται έναν σοβαρό και τεκμηριωμένο διάλογο για το μέλλον της. Έναν διάλογο που θα βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα, στην ιστορική γνώση του τόπου, στις σύγχρονες αναπτυξιακές ανάγκες και στις δυνατότητες που δημιουργεί το νέο θεσμικό πλαίσιο. Μόνο έτσι μπορούν να ληφθούν αποφάσεις που θα υπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας και της οικονομίας.
