Η προσπάθεια του εντεταλμένου συμβούλου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα προκαλεί πλέον σοβαρά ερωτήματα, όχι μόνο για τη στάση της δημοτικής αρχής απέναντι στο ζήτημα του Ειδικού Σχολείου Σάμου, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι θεσμοί και η ίδια η Δικαιοσύνη.
Στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ο κ. Πνευματικάκης επιχείρησε να υποβαθμίσει τις καταγγελίες σχετικά με τις συνθήκες λειτουργίας του σχολείου, παρουσιάζοντας την παρουσία τρωκτικών και ζητήματα υγιεινής ως ένα «συνηθισμένο φαινόμενο» που εμφανίζεται σε δημόσια κτίρια. Παράλληλα, χαρακτήρισε «απαράδεκτη» τη διαδικασία του αυτοφώρου που ακολουθήθηκε μετά την παρέμβαση της Εισαγγελίας, αφήνοντας σαφείς αιχμές κατά της δικαστικής και αστυνομικής διαδικασίας.
Ωστόσο, το επίσημο έγγραφο της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής του Υπουργείου Παιδείας έρχεται να ανατρέψει το αφήγημα αυτό και να υπενθυμίσει με σαφήνεια ότι η ευθύνη για την υγειονομική ασφάλεια και την καταλληλότητα των σχολικών χώρων δεν είναι ούτε αόριστη ούτε δευτερεύουσα. Αντιθέτως, επισημαίνεται ρητά ότι η αντιμετώπιση υγειονομικών κινδύνων και η εφαρμογή βελτιωτικών μέτρων αποτελούν αρμοδιότητα του Δήμου σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Η στάση του συμβούλου δημιουργεί εύλογη ανησυχία, καθώς αντί να υπάρξει αυτοκριτική και ανάληψη πολιτικής ευθύνης, επιλέχθηκε η αμφισβήτηση της διαδικασίας που κινήθηκε από τις δικαστικές αρχές. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι αιρετοί οφείλουν να σέβονται τους θεσμούς και να διευκολύνουν τη διερεύνηση πιθανών παραλείψεων — όχι να επιτίθενται εμμέσως στη Δικαιοσύνη όταν οι εξελίξεις τους φέρνουν σε δύσκολη θέση.
Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει: πώς είναι δυνατόν να θεωρείται «κανονικότητα» η ύπαρξη υγειονομικών προβλημάτων σε ένα σχολείο ειδικής αγωγής όπου φοιτούν παιδιά με αυξημένες ανάγκες προστασίας; Και γιατί χρειάστηκε εισαγγελική παρέμβαση για να κινηθούν οι διαδικασίες που θα έπρεπε να είχαν γίνει αυτονόητα;
Η κοινωνία της Σάμου δεν ζητά επικοινωνιακή διαχείριση ούτε συμψηφισμούς ευθυνών. Ζητά διαφάνεια, ασφάλεια για τα παιδιά και σεβασμό στους θεσμούς. Και αυτά δεν διασφαλίζονται με δηλώσεις αμφισβήτησης της Δικαιοσύνης, αλλά με πράξεις ευθύνης.

