Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα ορισμένοι δήμοι προκαλούν και κάνουν λόγο για πρακτικές υπερκοστολόγησης έργων και υπηρεσιών μέσω απευθείας αναθέσεων, με αποφάσεις δημάρχων και στενών συνεργατών τους.
Σύμφωνα με όσα λέγονται στη πιάτσα , σε αρκετές περιπτώσεις δημοτικά έργα ή υπηρεσίες ανατίθενται απευθείας σε εργολάβους, χωρίς ανοιχτό διαγωνισμό, με ποσά που φέρονται να εμφανίζονται αυξημένα σε σχέση με το πραγματικό κόστος. Η πρακτική αυτή, όπως υποστηρίζεται, χρησιμοποιείται προκειμένου να δημιουργείται ένα «περιθώριο» χρημάτων που στη συνέχεια αξιοποιείται για την κάλυψη αναγκών ή την πληρωμή προσώπων που δεν μπορούν να αμειφθούν νόμιμα μέσω των επίσημων διαδικασιών του δήμου.
Το μοντέλο που περιγράφεται είναι χαρακτηριστικό: έργο πραγματικής αξίας 30.000 ευρώ μπορεί να τιμολογείται για 40.000 ευρώ, έπειτα από συνεννόηση μεταξύ δημοτικής αρχής και αναδόχου. Το επιπλέον ποσό, σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, δεν αφορά το ίδιο το έργο αλλά κατευθύνεται σε άλλες πληρωμές εκτός του επίσημου πλαισίου.
Οι απευθείας αναθέσεις, αν και προβλέπονται από τη νομοθεσία για συγκεκριμένες περιπτώσεις και χρηματικά όρια, έχουν βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο κριτικής, καθώς θεωρούνται πιο ευάλωτες σε φαινόμενα αδιαφάνειας λόγω της απουσίας ανταγωνιστικής διαδικασίας. Όταν δε συνδυάζονται με εικονικές ή διογκωμένες χρεώσεις, τότε – σύμφωνα με νομικούς κύκλους – ενδέχεται να προκύπτουν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας.
Ειδικοί στη δημόσια διοίκηση επισημαίνουν ότι, εφόσον αποδειχθεί πως εκδίδονται τιμολόγια με ψευδή στοιχεία ή με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία έργου ή υπηρεσίας, μπορεί να στοιχειοθετηθούν αδικήματα όπως απάτη κατά του Δημοσίου, παράβαση καθήκοντος, ψευδής βεβαίωση και φορολογικές παραβάσεις. Παράλληλα, ενδεχόμενες ευθύνες μπορεί να αναζητηθούν τόσο σε αιρετούς όσο και σε υπηρεσιακούς παράγοντες ή εργολάβους που συμμετέχουν στις διαδικασίες.
Από την άλλη πλευρά, στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υποστηρίζουν ότι πολλοί δήμοι λειτουργούν με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και περιορισμένες δυνατότητες προσλήψεων, γεγονός που – όπως λένε – οδηγεί συχνά σε «ευέλικτες λύσεις» για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών. Ωστόσο, νομικοί και ελεγκτικοί φορείς ξεκαθαρίζουν ότι καμία διοικητική δυσκολία δεν δικαιολογεί πρακτικές που παρακάμπτουν τη νομιμότητα και τη διαφάνεια στη διαχείριση δημόσιου χρήματος.
Το θέμα αναμένεται να επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς οι έλεγχοι για απευθείας αναθέσεις σε δήμους αυξάνονται, ενώ εντείνεται η δημόσια συζήτηση για την ανάγκη αυστηρότερης εποπτείας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
