1 Απριλίου 2026

Όταν ο Δήμος Ανατολικής Σάμου κάνει λάθη, ο λογαριασμός πάει στους πολίτες

 

Η απόφαση 26/2026 του Δήμου Ανατολικής Σάμου δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: πρόκειται για μια ξεκάθαρη μεταφορά του οικονομικού βάρους στους πολίτες, ντυμένη με τεχνικούς όρους και νομικές αναφορές.

Ας δούμε τα ίδια τα στοιχεία που επικαλείται η δημοτική αρχή — γιατί αυτά αποκαλύπτουν περισσότερα από όσα προσπαθεί να κρύψει.

Το 2025, τα συνολικά έσοδα από τα ανταποδοτικά τέλη ανήλθαν σε 2.803.726,61 €, ενώ οι δαπάνες εκτοξεύθηκαν στα 3.299.644,74 € . Δηλαδή, ένα άνοιγμα σχεδόν 500.000 ευρώ. Και δεν σταματά εκεί: η ίδια η εισήγηση παραδέχεται ότι αν συνυπολογιστούν μη καταγεγραμμένες κινήσεις και στρεβλώσεις στις εκκαθαρίσεις, το πραγματικό έλλειμμα φτάνει τα -775.100,41 € .

Αυτό από μόνο του γεννά ένα τεράστιο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να λαμβάνονται αποφάσεις αύξησης τελών, όταν ο ίδιος ο Δήμος ομολογεί ότι δεν έχει πλήρη εικόνα των οικονομικών του;

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν δει κανείς πού πηγαίνουν τα χρήματα. Μόνο για ηλεκτρικό ρεύμα δημοτικού φωτισμού δαπανήθηκαν 596.492,39 €, ενώ σημαντικά ποσά κατευθύνονται σε καύσιμα (πάνω από 240.000 € συνολικά για δύο δημοτικές ενότητες), μισθοδοσία και εργοδοτικές εισφορές που ξεπερνούν αθροιστικά το 1 εκατομμύριο ευρώ . Προστίθενται δεκάδες επιμέρους δαπάνες: συντηρήσεις οχημάτων, ανταλλακτικά, εξοπλισμοί, εργολαβίες.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι υπηρεσίες έχουν κόστος. Το ζήτημα είναι άλλο: υπάρχει έλεγχος; υπάρχει ιεράρχηση; υπάρχει εξορθολογισμός; Ή απλώς κάθε αύξηση κόστους περνά αυτόματα στον δημότη;

Η ίδια η εισήγηση ουσιαστικά παραδέχεται διοικητική δυσλειτουργία:

Μη αναμορφωμένος προϋπολογισμός
Δαπάνες που δεν καταχωρήθηκαν
Έσοδα που δεν εισπράχθηκαν λόγω εκκαθαρίσεων της ΔΕΗ

Με απλά λόγια: οικονομική εικόνα ασαφής, διαχείριση ελλιπής — αλλά η απόφαση για αυξήσεις λαμβάνεται κανονικά.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, προωθείται και συγκεκριμένη αύξηση των συντελεστών. Για παράδειγμα, σε βασικές περιοχές, ο συντελεστής για κατοικίες ανεβαίνει από 1,4 σε 1,8 €/τ.μ., οδηγώντας συνολικά τα έσοδα από περίπου 1,5 εκατ. € σε σχεδόν 1,95 εκατ. € . Δηλαδή, μια μαζική επιβάρυνση που αγγίζει κάθε νοικοκυριό.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η αύξηση είναι οριζόντια. Δεν λαμβάνει υπόψη εισοδήματα, κοινωνικές συνθήκες ή πραγματική δυνατότητα πληρωμής. Το μόνο κριτήριο είναι τα τετραγωνικά.

Την ίδια στιγμή, η δημοτική αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει την επιλογή αυτή ως «υποχρεωτική», επικαλούμενη την αρχή της ανταποδοτικότητας και τον κίνδυνο παράβασης καθήκοντος. Όμως αυτό είναι μισή αλήθεια. Η νομιμότητα απαιτεί ισοσκελισμό — δεν επιβάλλει τον τρόπο. Και εδώ επιλέγεται ο πιο εύκολος: πληρώνει ο πολίτης.

Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι το εξής: ακόμη και μετά τις αυξήσεις, η ίδια η εισήγηση παραδέχεται ότι το πρόβλημα δεν λύνεται πλήρως. Το χάσμα παραμένει, απλώς περιορίζεται . Δηλαδή:
οι πολίτες θα πληρώσουν περισσότερα — χωρίς να λυθεί οριστικά το πρόβλημα.

Αυτό δεν είναι εξυγίανση. Είναι διαχείριση κρίσης με το κόστος μετακυλισμένο προς τα κάτω.

Και τελικά, η μεγάλη εικόνα είναι ξεκάθαρη:
Ένας Δήμος που δεν προγραμμάτισε, δεν προσαρμόστηκε και δεν ελέγχει επαρκώς τις δαπάνες του, ζητά τώρα από τους δημότες να καλύψουν τη διαφορά.

Όχι για να βελτιωθούν οι υπηρεσίες.
Αλλά για να καλυφθούν τα κενά μιας προβληματικής διαχείρισης.

Και αυτό δεν είναι απλώς άδικο. Είναι πολιτική επιλογή.

Μειοψηφήσαν οι δημ. σύμβουλοι Στάντζος Γ, Μητσός Μ., Καρράς Ε., Σεϊρλής Σ.,
Βλασιάδης Δ. και Χατζηλαγός Τ.