Το ζήτημα της σχολικής στέγης στη Σάμο έχει πλέον περάσει από το στάδιο της απλής διοικητικής εκκρεμότητας στο στάδιο της καθαρής πολιτικής ευθύνης. Όλοι γνωρίζουν το πρόβλημα. Όλοι γνωρίζουν γιατί δεν λύνεται. Και όλοι γνωρίζουν ποια είναι η λύση.
Το οικόπεδο όπου βρίσκεται το σχολικό συγκρότημα δεν ανήκει στον Δήμο, αλλά στο Νοσοκομείο Σάμου, ενώ στον ίδιο χώρο λειτουργούν δομές ΚΕΦΙΑΠ. Αυτό σημαίνει ότι για να προχωρήσει οριστικά η λύση απαιτείται νομοθετική ρύθμιση που θα επιτρέψει την παραχώρηση ή τη ρύθμιση της χρήσης του χώρου.
Με άλλα λόγια, το θέμα δεν είναι πλέον μόνο διοικητικό. Είναι πολιτικό.
Η απάντηση του Υπουργείου Παιδείας προς τη Βουλή είναι σαφής: για την ίδρυση ή λειτουργία σχολικών μονάδων πρέπει να εξασφαλιστεί κατάλληλος χώρος και τα κτιριακά ζητήματα ανήκουν στις αρμοδιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Όμως στην περίπτωση της Σάμου το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οικοπέδου δημιουργεί ένα θεσμικό εμπόδιο που δεν μπορεί να λυθεί χωρίς παρέμβαση της κεντρικής πολιτείας.
Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα:
ο βουλευτής του νησιού τι κάνει;
Όταν ένα πρόβλημα απαιτεί νομοθετική ρύθμιση, η Βουλή είναι το φυσικό πεδίο λύσης. Ένας βουλευτής μπορεί να πιέσει για τροπολογία, να ζητήσει συντονισμό των αρμόδιων υπουργείων ή να φέρει το θέμα στο προσκήνιο με κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, στην περίπτωση της Σάμου υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Το οικόπεδο όπου βρίσκεται το σχολικό συγκρότημα δεν ανήκει στο Υπουργείο Παιδείας ούτε στον Δήμο, αλλά αποτελεί ιδιοκτησία του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου, το οποίο είναι μονάδα του Υπουργείου Υγείας. Στον ίδιο χώρο μάλιστα λειτουργούν και δομές ΚΕΦΙΑΠ.
Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί μόνο με αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας ή του Δήμου. Απαιτείται συντονισμός με το Υπουργείο Υγείας και, πιθανότατα, νομοθετική ρύθμιση που θα επιτρέψει την παραχώρηση ή τη ρύθμιση της χρήσης του χώρου για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Αντί όμως να βλέπουμε μια δυναμική πολιτική πρωτοβουλία για να ξεμπλοκάρει το ζήτημα, η υπόθεση φαίνεται να παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα γνωστό ελληνικό σενάριο: υπηρεσίες που αλληλογραφούν, φορείς που μεταφέρουν ευθύνες και μια κοινωνία που περιμένει.
Οι γονείς, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί της Σάμου δεν ενδιαφέρονται για το ποιος έχει τυπικά την αρμοδιότητα. Τους ενδιαφέρει να λυθεί το πρόβλημα.
Και όταν η λύση απαιτεί πολιτική απόφαση και νομοθετική παρέμβαση, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να παραμένει αόριστη.
Η κοινωνία της Σάμου έχει κάθε λόγο να ζητά απαντήσεις.
Από τον Δήμο.
Από την κυβέρνηση.
Και φυσικά από τον βουλευτή του νησιού.
Γιατί όταν ένα πρόβλημα είναι γνωστό, όταν η λύση είναι γνωστή και όταν η καθυστέρηση συνεχίζεται, τότε το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο:
ποιος τελικά θα αναλάβει την πολιτική πρωτοβουλία για να λυθεί;


