Το ίδιο έργο παίζεται ξανά και ξανά. Είτε πρόκειται για μια γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή είτε για μια καταστροφή όπως οι φονικές πυρκαγιές που έπληξαν το καλοκαίρι του 2025 την ορεινή Λεμεσό, το μοτίβο δεν αλλάζει.
Κάθε φορά που προκύπτει μια κρίση, ένας πόλεμος στην περιοχή μας, μια φυσική καταστροφή, μια μεγάλη πυρκαγιά, ξαφνικά θυμόμαστε όλοι τα ίδια πράγματα. Την Πολιτική Άμυνα. Το ανύπαρκτο 112. Τα καταφύγια που δεν χωρούν ούτε τον μισό πληθυσμό της Κύπρου και που οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζουμε καν πού βρίσκεται το πλησιέστερο σε εμάς.
Το ίδιο έργο παίζεται ξανά και ξανά. Είτε πρόκειται για μια γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή είτε για μια καταστροφή όπως οι φονικές πυρκαγιές που έπληξαν το καλοκαίρι του 2025 την ορεινή Λεμεσό, το μοτίβο δεν αλλάζει. Πανικός, δημόσια συζήτηση, δηλώσεις, εξαγγελίες. Και λίγες μέρες αργότερα, σιωπή. Το θέμα ξεχνιέται μέχρι την επόμενη κρίση. Είναι λες και οι λέξεις «οργάνωση» και «πρόληψη» δεν υπάρχουν στο συλλογικό μας λεξιλόγιο.
Αυτό όμως που πραγματικά ενοχλεί δεν είναι απλώς η καθυστέρηση. Είναι το γεγονός ότι κάθε φορά ακούμε τις ίδιες ακριβώς υποσχέσεις. Οι ίδιοι στόχοι, τα ίδια χρονοδιαγράμματα, οι ίδιες διαβεβαιώσεις ότι «το θέμα προχωρά». Μπορεί να αλλάζουν τα πρόσωπα που τις εκφωνούν αλλά το περιεχόμενο παραμένει σχεδόν πανομοιότυπο.
Πάρτε για παράδειγμα το 112, το σύστημα έγκαιρης ειδοποίησης των πολιτών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Ένα εργαλείο που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται αυτονόητο κομμάτι της πολιτικής προστασίας.
Το καλοκαίρι του 2024 μάς έλεγαν ότι θα είναι έτοιμο μέσα στο 2025. Τον Μάιο του 2025 η απάντηση μετατράπηκε «στους επόμενους μήνες». Και φτάσαμε στον Μάρτιο του 2026 για να ακούσουμε τον υπουργό Εσωτερικών, Κωνσταντίνο Ιωάννου, να παραδέχεται ότι υπάρχουν καθυστερήσεις, ενώ τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, να δηλώνει ότι «στόχος είναι να προλάβουμε το καλοκαίρι του 2026».
Το ερώτημα είναι απλό, αν τα χρονοδιαγράμματα μετακινούνται συνεχώς ποια ακριβώς είναι η αξία τους;
Και σαν να μην έφταναν αυτά, υπάρχει και η συζήτηση για τα καταφύγια. Σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών, η σημερινή κυβέρνηση –μετά από δεκαετίες αδράνειας προηγούμενων κυβερνήσεων– έχει αυξήσει τον αριθμό τους και σήμερα καλύπτουν περίπου το 45% του πληθυσμού.
Δεν υπάρχει λόγος να μηδενίζονται οι προσπάθειες που γίνονται. Όμως το πραγματικό πρόβλημα δεν λύνεται με συγκρίσεις με το παρελθόν.
Γιατί στην πράξη το ερώτημα που απασχολεί τον πολίτη είναι πολύ πιο απλό και πολύ πιο σκληρό. Αν συμβεί κάτι αύριο, πού θα πάμε;
Διότι κανένας πολίτης δεν θα αισθανθεί ιδιαίτερη ασφάλεια ακούγοντας ότι η κάλυψη αυξήθηκε στο 45%, όταν γνωρίζει ότι σε μια πραγματική κρίση οι μισοί και πλέον άνθρωποι αυτού του τόπου δεν θα έχουν καν έναν χώρο προστασίας. Και ακόμη χειρότερα, υπάρχουν περιοχές και χωριά όπου δεν υπάρχει ούτε ένα καταφύγιο για να καλύψει τον πληθυσμό τους.
Και όλα αυτά δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση για τη λειτουργία του κράτους. Το καλοκαίρι του 2025, στις φονικές πυρκαγιές στην ορεινή Λεμεσό, χάθηκαν δύο άνθρωποι. Μάρτιος του 2026 σήμερα. Πέρασαν μήνες από εκείνη την τραγωδία και όμως ακόμη συζητάμε για το αν «θα προλάβουμε» να έχουμε το 112 μέχρι το καλοκαίρι. Το ίδιο καλοκαίρι που ξέρουμε όλοι ότι θα φέρει ξανά πυρκαγιές.
Και στο μεταξύ, σε περιοχές όπου χρειάστηκε να γίνουν εκκενώσεις, οι πολίτες ενημερώθηκαν με SMS από δήμους, όσοι μπορούσαν να τα λάβουν, και με διπλοκάμπινα που γύριζαν στους δρόμους με ντουντούκες για να φωνάζουν στον κόσμο να φύγει.
Ειλικρινά, αυτό θεωρούμε ότι είναι ένα σύγχρονο σύστημα πολιτικής προστασίας;
Γιατί, όταν το κράτος καθυστερεί να οργανωθεί, οι συνέπειες δεν είναι πολιτικές. Είναι ανθρώπινες. Και για αυτό η πραγματική ανησυχία δεν είναι ότι θα συνεχίσουμε να συζητάμε τα ίδια. Είναι ότι, στην επόμενη κρίση, μπορεί να μετράμε ξανά τα ίδια.
ΑΝΤΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΠΗΓΗ https://www.politis.com.cy/