Η κατάρρευση ενός σεισμόπληκτου κτιρίου στο Άνω Βαθύ άναψε νέα φωτιά στην πολιτική σκηνή της Σάμου και έφερε σε ευθεία αντιπαράθεση τον βουλευτή του νησιού Χριστόδουλος Στεφανάδης με τον Δήμος Ανατολικής Σάμου. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ερώτημα που απασχολεί καθημερινά τους κατοίκους: ποιος έχει τελικά την ευθύνη για τα επικίνδυνα, εγκαταλελειμμένα κτίρια που παραμένουν όρθια – ή μισογκρεμισμένα – πέντε και πλέον χρόνια μετά τον σεισμό;
Ο βουλευτής, επικαλούμενος απάντηση από την κεντρική διοίκηση, υποστήριξε ότι η ευθύνη για την επισήμανση, την περίφραξη και τη λήψη μέτρων προστασίας ανήκει στον Δήμο. Με απλά λόγια, ότι οι τοπικές υπηρεσίες οφείλουν να παρέμβουν όπου υπάρχει κίνδυνος για τους πολίτες. Η τοποθέτηση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι Δήμοι έχουν την ευθύνη της ασφάλειας στους δρόμους και στους κοινόχρηστους χώρους.
Η απάντηση του Δήμου ήταν άμεση και σε υψηλούς τόνους. Η δημοτική αρχή αναγνώρισε ότι έχει ευθύνη για την προστασία των πολιτών, όμως τόνισε πως το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από τις δυνατότητες που διαθέτει. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ο αριθμός των σεισμόπληκτων και εγκαταλελειμμένων κτιρίων είναι τεράστιος, οι ζημιές επιδεινώνονται από τα έντονα καιρικά φαινόμενα και οι διαθέσιμοι πόροι – ανθρώπινοι και οικονομικοί – είναι περιορισμένοι. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι έχουν σταλεί επανειλημμένα αιτήματα προς την κυβέρνηση για ενίσχυση, επιτάχυνση διαδικασιών και πρόσθετη χρηματοδότηση, χωρίς – όπως υποστηρίζει – ουσιαστική ανταπόκριση.
Στην πράξη, το πρόβλημα είναι σύνθετο. Από τη μία, ο Δήμος οφείλει να φροντίζει ώστε να μην υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τους περαστικούς, να βάζει προειδοποιητικές σημάνσεις, να κλείνει δρόμους όπου χρειάζεται και να λαμβάνει μέτρα πρόληψης. Από την άλλη, πολλά από τα επικίνδυνα κτίρια είναι ιδιωτικά και η ευθύνη αποκατάστασης βαραίνει τους ιδιοκτήτες τους. Όταν όμως αυτοί δεν προχωρούν σε εργασίες – είτε λόγω κόστους είτε για άλλους λόγους – δημιουργείται ένα κενό που τελικά μεταφέρεται στη δημόσια σφαίρα.
Η ουσία της αντιπαράθεσης δεν βρίσκεται μόνο στο ποιος «έχει το δίκιο», αλλά στο ποιος μπορεί να δώσει λύση. Οι κάτοικοι δεν ενδιαφέρονται για τις ανακοινώσεις και τις ανταπαντήσεις· ενδιαφέρονται να περπατούν με ασφάλεια στους δρόμους τους. Και σε ένα νησί που ακόμη μετρά τις πληγές του σεισμού, κάθε νέα κατάρρευση υπενθυμίζει ότι το πρόβλημα δεν έχει κλείσει.
Η πολιτική σύγκρουση, όσο κι αν έχει τη σημασία της, δεν αλλάζει την καθημερινότητα. Αυτό που θα κρίνει την κατάσταση είναι αν θα υπάρξει συντονισμός, ουσιαστική ενίσχυση και συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Διαφορετικά, το «ποιος φταίει» θα επανέρχεται μετά από κάθε νέο περιστατικό, χωρίς να έχει λυθεί το βασικό ζήτημα: η ασφάλεια των πολιτών.
