Στο Άνω Βαθύ η κατάρρευση της οικίας δεν είναι ένα «ατυχές περιστατικό», αλλά μια θεσμική αποτυχία που φέρει σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Μιλώντας στον Radio café 102.4, ο πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαθέος Παντελής Γαλιώτης επιχείρησε να παρουσιάσει την κατάρρευση ως αποτέλεσμα αδιαφορίας του ιδιοκτήτη και θεσμικών περιορισμών. Όμως η πραγματικότητα που ο ίδιος περιέγραψε τον διαψεύδει.
Το κτίριο ήταν χαρακτηρισμένο «κίτρινο» από το 2020 και επανακαταγράφηκε το 2025 με σαφείς επισημάνσεις. Πέντε χρόνια καταγραφών χωρίς ουσιαστική παρέμβαση δεν συνιστούν εγρήγορση, αλλά αδράνεια. Η επίκληση ότι «δεν μπορούμε να μπούμε σε κλειδωμένα σπίτια» λειτουργεί ως εύκολη γραμμή άμυνας, αλλά δεν απαντά στο ερώτημα αν εξαντλήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες επιβολής μέτρων ή αν απλώς καταγράφηκε το πρόβλημα και αφέθηκε να ωριμάσει μέχρι να καταρρεύσει μόνο του.
Η παραδοχή ότι το κτίριο ίσως να είχε σωθεί αν είχε ανοίξει εγκαίρως συνιστά έμμεση ομολογία ότι υπήρχε γνώση πιθανού κινδύνου. Όταν υπάρχει καταγεγραμμένη επισήμανση και ταυτόχρονα αναγνώριση ότι η εξωτερική εικόνα δεν αποτυπώνει την πραγματική στατική κατάσταση, τότε η μη λήψη προληπτικών μέτρων στον δημόσιο χώρο δεν μπορεί να θεωρείται επαρκής διαχείριση. Η απουσία περίφραξης ή άλλης στοιχειώδους προστασίας εκθέτει τη διοίκηση σε σοβαρή κριτική.
Η συναισθηματική αναφορά στο παιδί που βρέθηκε στο σημείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διοικητική ευθύνη. Η προσωπική φόρτιση δεν ακυρώνει το γεγονός ότι το κτίριο βρισκόταν στα αρχεία επί χρόνια. Η τοπική κοινωνία δεν ζητά συγκίνηση, αλλά αποδείξεις έγκαιρης και αποτελεσματικής δράσης. Η φράση «δεν μπορεί κανείς να πει ότι δεν ενδιαφερόμαστε» δεν είναι επιχείρημα, είναι άμυνα απέναντι σε μια κριτική που έχει ήδη διαμορφωθεί.
Η αναφορά στις χρονοβόρες διαδικασίες και στη γραφειοκρατία δεν αθωώνει τη διοίκηση, αλλά αναδεικνύει την αδυναμία της να επιβάλει προτεραιότητες. Αν το πλαίσιο είναι δυσλειτουργικό, τότε η πολιτική ευθύνη απαιτεί δημόσια πίεση, προτάσεις αλλαγών και διαρκή διεκδίκηση λύσεων, όχι απλή περιγραφή των εμποδίων. Η γενικόλογη τοποθέτηση περί «άλλου είδους παρεμβάσεων» χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο αφήνει την αίσθηση διαχείρισης εντυπώσεων και όχι κρίσης.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά σε ιδρύματα όπως το Ίδρυμα Ωνάση και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια δημοσίων κτιρίων. Η μετατόπιση της ευθύνης σε φιλανθρωπικούς φορείς ενισχύει την εικόνα μιας διοίκησης που αναζητά σωσίβιο εκτός θεσμικού πλαισίου αντί να απαιτεί επαρκή κρατική χρηματοδότηση.
Το επιχείρημα ότι το πρόβλημα είναι γενικευμένο δεν λειτουργεί ως ελαφρυντικό. Αντιθέτως, καθιστά επιτακτική την ύπαρξη σαφούς σχεδίου ιεράρχησης κινδύνου και διαφάνειας στις προτεραιότητες. Όταν ένα κτίριο με καταγεγραμμένες επισημάνσεις καταρρέει σε κατοικημένη περιοχή, η ευθύνη δεν διαχέεται αφηρημένα στο «σύστημα». Έχει ονοματεπώνυμο και θεσμική ιδιότητα.
Η κατάρρευση στο Άνω Βαθύ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου ανοχής και καθυστέρησης. Και όσο η απάντηση περιορίζεται σε δικαιολογίες, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η διοίκηση έτρεξε πίσω από τα γεγονότα αντί να τα προλάβει.
