του Νικόλαου Σαρούκου (*)
Ο Ελληνικός Τουρισμός μπαίνει στο 2026 με την αυτοπεποίθηση ενός κλάδου που, στα χαρτιά, δείχνει τα έχει κάνει όλα σωστά. Ρεκόρ αφίξεων, σχετικά ανθεκτικά έσοδα, νέες επενδύσεις, αναβαθμισμένες μονάδες και ένα brand που παραμένει ισχυρό στις διεθνείς αγορές. Όμως η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν ο τουρισμός «πηγαίνει καλά». Είναι αν αντέχει.
Γιατί κάτω από τους θετικούς δείκτες, συσσωρεύονται πιέσεις που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε στατιστικούς πίνακες: κόπωση ανθρώπινου δυναμικού, επιφανειακή αναβάθμιση προϊόντος, λειτουργικές ανισορροπίες και μια διαρκής μετάθεση των δομικών προβλημάτων στο μέλλον. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να φοβόμαστε για τον ελληνικό τουρισμό το 2026, δεν είναι μια κακή περίοδος. Είναι η παγίωση ενός μοντέλου ανάπτυξης που δείχνει επιτυχημένο βραχυπρόθεσμα, αλλά διαβρώνεται από μέσα.
Ο ελληνικός τουρισμός μπαίνει στο 2026 με αριθμούς που, εκ πρώτης όψεως, προκαλούν αισιοδοξία. Διαφαινόμενες αφίξεις σε υψηλά επίπεδα, έσοδα που δείχνουν να αντέχουν, επενδύσεις σε πολυτελείς μονάδες, αναβαθμίσεις υποδομών κ.α. Κι όμως, κάτω από αυτή την εικόνα θετικότητας και σταθερότητας, συσσωρεύονται ρωγμές που δεν φαίνονται στα στατιστικά δελτία, αλλά απειλούν τη βιωσιμότητα του ίδιου του μοντέλου.
Αν υπάρχει κάτι που πρέπει πραγματικά να φοβόμαστε για τον ελληνικό τουρισμό το 2026, δεν είναι μια συγκυριακή πτώση ζήτησης ή η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης των παραδοσιακών μας αγορών (μόνο). Είναι επίσης η επιμονή (εμμονή ; ) σε ένα αναπτυξιακό σχήμα που εξαντλεί τους ανθρώπους, προκαλεί τη λειτουργική ανθεκτικότητα των προορισμών και μεταθέτει διαρκώς τα δομικά προβλήματα για “αργότερα”…
Πρώτος φόβος: η κανονικοποίηση της έλλειψης προσωπικού.
Η έλλειψη εργαζομένων αντιμετωπίζεται πλέον ως δεδομένο, σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο. Όμως δεν είναι. Είναι το αποτέλεσμα χρόνιων πρακτικών: εξαντλητικών ωραρίων, εποχικότητας χωρίς προοπτική, χαμηλής σύνδεσης αμοιβής και ευθύνης, και μιας κουλτούρας που θεωρεί το ανθρώπινο δυναμικό εύκολα αντικαταστάσιμο. Το 2026, ο κίνδυνος δεν είναι απλώς να μην βρίσκουμε προσωπικό. Είναι να βρίσκουμε προσωπικό χωρίς εμπειρία, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς λόγο να επενδύσει στο επάγγελμα. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα στελέχωσης· είναι πρόβλημα ποιότητας.
Δεύτερος φόβος: η επιφανειακή πολυτέλεια.
Η Ελλάδα επένδυσε —και συνεχίζει να επενδύει— έντονα στην εικόνα του luxury tourism. Νέες μονάδες πέντε αστέρων, premium εμπειρίες, υψηλό ADR. Όμως η πολυτέλεια δεν είναι μόνο εγκαταστάσεις και amenities. Είναι συνέπεια, ανθρώπινη επαφή, επαγγελματισμός, μνήμη. Όταν το προσωπικό αλλάζει κάθε χρόνο, όταν η εμπειρία δεν συσσωρεύεται, η πολυτέλεια γίνεται σκηνικό. Λαμπερό, αλλά ρηχό. Το 2026, ο κίνδυνος είναι να πουλάμε κάτι ακριβό χωρίς να είναι αντίστοιχα ώριμο.
Τρίτος φόβος: η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.
Η υπερβολική εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό καθιστά κάθε δομική αδυναμία του κλάδου εθνικό ρίσκο. Όσο ο τουρισμός απορροφά εργατικό δυναμικό με όρους χαμηλής σταθερότητας και υψηλής έντασης, τόσο πιέζει και άλλους τομείς. Το 2026, το πρόβλημα δεν θα είναι αν ο τουρισμός «πάει καλά», αλλά αν θα λειτουργήσει εις βάρος της συνολικής παραγωγικής ισορροπίας.
Τέταρτος φόβος: η κόπωση των προορισμών.
Η υπερσυγκέντρωση επισκεπτών σε συγκεκριμένες περιοχές και χρονικές περιόδους έχει αρχίσει να παράγει όχι μόνο περιβαλλοντική αλλά και κοινωνική φθορά. Υποδομές στα όρια τους, τοπικές κοινωνίες που αισθάνονται αποκλεισμένες, εργαζόμενοι που βιώνουν τη σεζόν ως αντοχή και όχι ως ευκαιρία. Αν το 2026 συνεχίσουμε να μετράμε επιτυχία μόνο με πληρότητες, θα αγνοούμε το κόστος που υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη ελκυστικότητα των ίδιων των προορισμών.
Πέμπτος φόβος: η αδυναμία θεσμικής προσαρμογής.
Ο τουρισμός αλλάζει διεθνώς: εργασιακά πρότυπα, απαιτήσεις επισκεπτών, τεχνολογία, περιβαλλοιντικά αλλά και κοινωνικά κριτήρια. Ο κίνδυνος για την Ελλάδα δεν είναι να μείνει πίσω σε επενδύσεις, αλλά – κυρίως – να μείνει πίσω σε κανόνες. Χωρίς σύνδεση ποιότητας υπηρεσιών με συνθήκες εργασίας, χωρίς σοβαρή επένδυση στην εκπαίδευση και στη διατήρηση προσωπικού, χωρίς μετρήσιμους δείκτες βιωσιμότητας που να περιλαμβάνουν τον άνθρωπο, το σύστημα θα συνεχίσει να λειτουργεί βραχυπρόθεσμα και να φθείρεται μακροπρόθεσμα.
Άρα;
Το 2026 δεν χρειάζεται να φοβόμαστε απαραίτητα λιγότερους τουρίστες. Χρειάζεται όμως να φοβόμαστε έναν τουρισμό που συνεχίζει να μεγαλώνει χωρίς να ωριμάζει. Έναν κλάδο που επενδύει περισσότερο στο μάρκετινγκ της εμπειρίας παρά στις προϋποθέσεις που την καθιστούν εφικτή. Έναν τουρισμό που λάμπει προς τα έξω, αλλά κουράζει όσους πασχίζουν να τον κρατήσουν όρθιο.
Γιατί, τελικά, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μια κακή χρονιά. Είναι να συνηθίσουμε σε ένα μοντέλο που δείχνει επιτυχές στα νούμερα, αλλά αποτυγχάνει στους ανθρώπους. Και αυτό, όσο κι αν αργεί, κάποια στιγμή επιστρέφει — όχι ως φόβος, αλλά ως κόστος.
Υπάρχει, όμως, και μια πιο δύσκολη αλήθεια που ο ελληνικός τουρισμός θα πρέπει να αντιμετωπίσει σύντομα: το μέλλον του δεν θα κριθεί μόνο από το πόσους επισκέπτες προσελκύει, αλλά από το πόσους ανθρώπους καταφέρνει να κρατήσει. Όχι απλώς να προσλάβει, αλλά να διατηρήσει, να εξελίξει και να εντάξει σε ένα πλαίσιο που δημιουργεί επαγγελματική προοπτική και όχι απλώς εποχική αντοχή.
Στον βαθμό που ο τουρισμός παραμένει ο ισχυρότερος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, η ποιότητα των εργασιακών του θεμελίων παύει να είναι εσωτερική υπόθεση του κλάδου και μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας. Γιατί ένας τομέας που στηρίζεται στη συνεχή εξάντληση του ανθρώπινου κεφαλαίου του, αργά ή γρήγορα θα πληρώσει το τίμημα — όχι μόνο σε ποιότητα υπηρεσιών, αλλά και σε αξιοπιστία ως επενδυτικός και αναπτυξιακός προορισμός.
Οψόμεθα…
(*) Ο κ. Νικόλαος Σαρούκος είναι προϊστάμενος Ελέγχου, Επιθεωρήσεων και Τουριστικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας
Υπουργείο Τουρισμού
Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Θεσσαλίας
Πανταζή Βασσάνη 9
Βόλος 38333
www.mintour.gr
saroukos_n@mintour.gr
ΠΗΓΗ https://money-tourism.gr/
