Η προστασία των αδέσποτων ζώων αποτελεί αδιαμφισβήτητα κοινωνική υποχρέωση κάθε σύγχρονου Δήμου. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ανάγκη ύπαρξης κατάλληλων δομών φιλοξενίας, ούτε τη σημασία της ευζωίας των ζώων συντροφιάς. Όμως σε μια οργανωμένη πολιτεία –και σε μια ευνομούμενη Τοπική Αυτοδιοίκηση– ακόμη και οι πιο αγαθοί σκοποί οφείλουν να υπηρετούνται με νομιμότητα, διαφάνεια και σεβασμό στον χωρικό σχεδιασμό.
Το υπόμνημα που κατατέθηκε πρόσφατα στον Δήμο Ανατολικής Σάμου για τη χωροθέτηση καταφυγίου αδέσποτων στη θέση Μεσόκαμπος – Αηδάνι εγείρει σοβαρά και συγκεκριμένα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ούτε με σιωπή ούτε με γενικόλογες διαβεβαιώσεις. Πρόκειται για ένα κείμενο που δεν περιορίζεται σε συναισθηματικές αντιδράσεις, αλλά βασίζεται σε ΦΕΚ, πολεοδομικούς χάρτες, θεσμικά εργαλεία και πάγια νομολογία.
Το πιο κρίσιμο ζήτημα αφορά τη νομιμότητα της ίδιας της επιλογής του γεωτεμαχίου. Εάν πράγματι, όπως αναφέρεται, το ακίνητο βρίσκεται σε Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου όπου απαιτείται ελάχιστη αρτιότητα 12 στρεμμάτων και η έκτασή του είναι μόλις 7, τότε το πρόβλημα δεν είναι δευτερεύον· είναι θεμελιώδες. Ένας Δήμος δεν μπορεί να επενδύει δημόσιο χρήμα σε γήπεδο που, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να εξυπηρετήσει νόμιμα τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η περιοχή εντάσσεται στον υπό εκπόνηση Τοπικό Πολεοδομικό Σχεδιασμό. Η χωροθέτηση μιας μόνιμης και δεσμευτικής χρήσης, όπως ένα καταφύγιο αδέσποτων ζώων, πριν την ολοκλήρωση του σχεδιασμού, δημιουργεί την αίσθηση ότι ο σχεδιασμός προεξοφλείται. Και αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή, αλλά νομικό σφάλμα.
Το ζήτημα δεν είναι αν «χρειαζόμαστε» καταφύγιο – αυτό είναι δεδομένο. Το ζήτημα είναι πού, πώς και με ποιους όρους. Όταν υπάρχουν αναφορές για εγγύτητα σε κατοικίες, για οικιστικό χαρακτήρα της περιοχής, για περιβαλλοντικούς και πολεοδομικούς περιορισμούς που δεν φαίνεται να έχουν αξιολογηθεί επαρκώς, τότε η συζήτηση οφείλει να μεταφερθεί από το επίπεδο των προθέσεων στο επίπεδο της ευθύνης.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν κρίνεται μόνο από το τι θέλει να κάνει, αλλά και από το πώς το κάνει. Η επίκληση ενός κοινωνικά ευαίσθητου σκοπού δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε ερωτήματα νομιμότητας, ούτε να ακυρώνει τον διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες. Αντιθέτως, τέτοια έργα απαιτούν ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, συναίνεση και θεσμική ακρίβεια.
Σε τελική ανάλυση, η υπόθεση του καταφυγίου στη Μεσόκαμπο δεν είναι μόνο ζήτημα φιλοζωίας. Είναι ζήτημα σεβασμού στον χωρικό σχεδιασμό, στη νομιμότητα και στο δημόσιο συμφέρον. Και αυτά είναι ζητήματα που αφορούν όλους μας.
