Αντιδράσεις για την αποστολή στη Βουλή της δικογραφίας για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου
Με νομικές ακροβασίες που ξεσηκώνουν θύελλα αντιδράσεων και χωρίς να υπαναχωρεί από την αρχική του θέση περί «παραπλανηθέντων» υπουργών, έστειλε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στη Βουλή τη δικογραφία για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου.
Παρακάμπτοντας το γεγονός ότι και η τρίτη εισαγγελέας της υπόθεσης ζήτησε να διαβιβαστεί ο φάκελος στη Βουλή κατ΄ εφαρμογήν του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ο κ. Σανιδάς επικαλείται το άρθρο 147 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η γνωστοποίηση απόρρητων στοιχείων δικογραφίας σε όποιον έχει έννομο συμφέρον, δίνοντας έτσι διέξοδο στο πρόβλημα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
Στο σχετικό έγγραφό του μάλιστα προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Κυρ. Καρούτσο, επαναλαμβάνει τις απόψεις του περί μη πιθανολόγησης «άξιας λόγου ποινικής ευθύνης υπουργών και υφυπουργών», υπεραμυνόμενος της αρχικής
«ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ»
ο εισαγγελέας- υπογράμμιζαν νομικοί κύκλοι- να ενεργοποιήσει τη διάταξη που επικαλείται ο κ. Σανιδάς αυτεπαγγέλτωςτου θέσης ότι η δικογραφία διαβιβάζεται στη Βουλή μόνο εφόσον προκύψουν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη υπουργών. Με την πρωτότυπη αυτή νομική φόρμουλα ο κ. Σανιδάς επιτυγχάνει τρία πράγματα: Διαχειρίζεται την ήττα του χωρίς να φαίνεται ότι προσχωρεί στις απόψεις των παραιτηθέντων εισαγγελέων, δείχνει ότι δεν ενδίδει στις πιέσεις του υπουργού Δικαιοσύνης και ταυτόχρονα εμφανίζεται να ικανοποιεί το αίτημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Πείσθηκε να υποχωρήσει
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε προχθές συνάντηση με τον κ. Σ. Χατζηγάκη προκειμένου να πεισθεί να διαβιβάσει τη δικογραφία στη Βουλή για να αποφορτιστεί το κλίμα που είχε δημιουργηθεί με την παραίτηση των δύο αντεισαγγελέων Εφετών. Πηγές του υπουργείου Δικαιοσύνης αναφέρουν πως κατά την εν λόγω συνάντηση ο κ. Σανιδάς επέμεινε στις θέσεις του περί συνέχισης της έρευνας από τη Δικαιοσύνη, αλλά τελικά προφανώς πείσθηκε να υπαναχωρήσει.
Υπενθυμίζεται ότι αρχικά ο κ. Σανιδάς είχε δηλώσει ότι θα έστελνε τη δικογραφία στη Βουλή μόνο σε περίπτωση σύστασης Προανακριτικής Επιτροπής, ενώ προ δύο ημερών είχε αναθεωρήσει λέγοντας πως, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, έχει το δικαίωμα να διαβιβάσει τον φάκελο στην Εξεταστική Επιτροπή μετά τη σύστασή της και αφού του υποβληθεί σχετικό αίτημα. Η απόφασή του λοιπόν να αποστείλει τη δικογραφία στο ελληνικό Κοινοβούλιο, προ οποιασδήποτε διαδικασίας και μάλιστα με γνώμονα το έννομο συμφέρον των βουλευτών να ενημερωθούν, αιφνιδίασε και αξιολογήθηκε ποικιλοτρόπως. Παραβιάζεται η μυστικότητα
Νομικοί κύκλοι υπογράμμιζαν χθες ότι ο εισαγγελέας δεν έχει το δικαίωμα να ενεργοποιήσει τη διάταξη που επικαλείται ο κ. Σανιδάς αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν αιτήματος και εφόσον σταθμίσει την ανάγκη για την ικανοποίησή του. Πρόσθεταν μάλιστα ότι έτσι παραβιάζεται η μυστικότητα της ανάκρισης, από τη στιγμή που η δικογραφία δεν διαβιβάστηκε βάσει του άρθρου 86 του Συντάγματος για τη διερεύνηση ποινικών ευθυνών υπουργών.
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πάντως αντιπαρατέθηκε για δεύτερη φορά με τους εντεταλμένους για την επίμαχη έρευνα εισαγγελείς. Η πρώτη αντιπαράθεση ήταν αυτή που προκάλεσε την παραίτηση
Στο έγγραφο που απέστειλε ο εισαγγελέας του Ανώτατου Δικαστηρίου προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών δίνοντάς του το πράσινο φως για την υποβολή του φακέλου στη Βουλή, χαρακτηρίζει τουλάχιστον ανεπαρκή την κρίση της κ. Σπυροπούλου.
Οι ενέργειες του κ. Σανιδά στάθηκαν αφορμή, όπως ήταν αναμενόμενο, να διασταυρώσουν τα ξίφη τους ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλος και ο υπουργός Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκης. «Ποιος θα ζητήσει τώρα συγγνώμη από τους δύο αντεισαγγελείς Εφετών που παραιτήθηκαν γιατί παρεμποδίστηκαν να διαβιβάσουν τον φάκελο στη Βουλή;», αναρωτήθηκε ο κ. Βενιζέλος, παραλληλίζοντας το σκάνδαλο του Βατοπεδίου με «το σκάνδαλο της Δικαιοσύνης». Απαντώντας ο κ. Χατζηγάκης, απέδωσε στο ΠΑΣΟΚ σκοπιμότητα απαξίωσης της Δικαιοσύνης, τονίζοντας πως η κυβέρνηση έχει εξ αρχής ταχθεί υπέρ της διαλεύκανσης της υπόθεσης.
«Οι εισαγγελείς έχουν προϊστάμενο τη συνείδησή τους και τον νόμο»
«Ο εισαγγελέας μόνους προϊσταμένους έχει τον νόμο και- πάνω από όλα- τη συνείδησή του. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και την έκφραση της δικαιοδοτικής κρίσης του ενεργεί αδέσμευτα», τόνισε ο κ. Μπάγιας εστιάζοντας στην ανάγκη της κοινωνίας για «περισσότερη δικαιοσύνη, ποιοτικότερη δικαιοσύνη και- κυρίως- πιο αποτελεσματική δικαιοσύνη».
«Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης συνδέεται άρρηκτα με την εφαρμογή στην πράξη της συνταγματικής επιταγής για προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να ομιλούμε για ανεξάρτητη Δικαιοσύνη εάν- για παράδειγμα- υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί που καταπιέζονται υπηρεσιακά ή εξαρτώνται από πολιτικές καταστάσεις και συμφέροντα», υπογράμμισε ο κ. Μπάγιας.
πηγή τα νέα