12 Σεπτεμβρίου 2026

Οι Σαμιώτες περιφερειακοί σύμβουλοι ψήφισαν «όχι» — πού ήταν όταν ήρθαν οι νέοι μετανάστες;

 

Η υπόθεση της νέας μεταφοράς μεταναστών από την Κρήτη στη Σάμο αποκτά πλέον διαφορετική πολιτική διάσταση. Και αυτό γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη μετακίνηση ανθρώπων προς το νησί. Προηγήθηκε μια ομόφωνη απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου, με την οποία οι περιφερειακοί σύμβουλοι δήλωσαν ότι τα νησιά δεν μπορούν να δεχθούν καμία επιπλέον επιβάρυνση και προειδοποίησαν ακόμη και για κινητοποιήσεις σε περίπτωση που η κυβέρνηση κινηθεί αντίθετα.

Η απόφαση ελήφθη στις 27 Αυγούστου 2026 και ήταν ομόφωνη, με 34 ψήφους υπέρ. Το Περιφερειακό Συμβούλιο διακήρυξε ότι τα νησιά του Βορείου Αιγαίου δεν θα γίνουν χώροι συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων και ότι δεν μπορούν να δεχθούν μεταφορές από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στο ίδιο ψήφισμα αναφέρεται ρητά ότι, εάν η κυβέρνηση προχωρήσει σε αντίθετες αποφάσεις, θα υπάρξουν κινητοποιήσεις και κάθε πρόσφορη ενέργεια για την προάσπιση των συμφερόντων των νησιών.

Και όμως, σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα γεγονότα στοιχεία , μετά την απόφαση αυτή έφτασε στη Σάμο νέα φουρνιά μεταναστών από την Κρήτη. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η πολιτική αντίφαση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Οι περιφερειακοί σύμβουλοι είχαν μόλις ψηφίσει ότι η Σάμος δεν μπορεί να δεχθεί νέα επιβάρυνση και είχαν δηλώσει ότι θα αντιδράσουν σε αντίθετες κυβερνητικές αποφάσεις. Όταν, όμως, ακολούθησε νέα άφιξη, δεν υπήρξε η αντίδραση που θα ανέμενε κανείς από μια απόφαση η οποία μιλούσε ρητά για κινητοποιήσεις.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον τι έγραψε το ψήφισμα. Αυτό είναι καταγεγραμμένο και ξεκάθαρο. Το ερώτημα είναι τι έγινε αμέσως μετά. Γιατί μια ομόφωνη πολιτική απόφαση αποκτά ουσία μόνο όταν δοκιμάζεται στην πράξη. Και στην περίπτωση της Σάμου, η δοκιμή ήρθε πολύ γρήγορα.

Η ΣΑΜΟΣ ΔΕΝ ΕΜΑΘΕ ΤΩΡΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ

Το ακόμη πιο οξύ σημείο είναι ότι η Σάμος δεν βρίσκεται σήμερα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το συγκεκριμένο ζήτημα. Η δομή στο Ζερβού αποτελεί εδώ και χρόνια βασικό στοιχείο του μεταναστευτικού σχεδιασμού στο νησί. Κατά την περίοδο του σχεδιασμού της είχε γίνει δημόσια συζήτηση για τη δυναμικότητά της και, όπως αναφέρεις, ο τότε υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Νότης Μηταράκης είχε δηλώσει στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Ανατολικής Σάμου ότι ο σχεδιασμός αφορούσε 5.000 και πλέον άτομα.

Αυτό έχει σημασία σήμερα, διότι δεν μπορεί η πολιτική συζήτηση να παρουσιάζεται σαν να ανακαλύφθηκε ξαφνικά ότι υπάρχει στη Σάμο μια μεγάλη δομή. Η δομή δημιουργήθηκε, λειτουργεί και αποτελεί μέρος μιας συγκεκριμένης κρατικής πολιτικής. Παράλληλα, σύμφωνα με το στοιχείο που θέτεις, περίπου 300 εργαζόμενοι απασχολούνται στη λειτουργία του ΚΥΤ. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που όλοι οι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν και η οποία αποτυπώνει το μέγεθος του μηχανισμού που έχει δημιουργηθεί στο Ζερβού.

ΟΙ ΣΑΜΙΩΤΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥΣ

Στο συγκεκριμένο πρακτικό καταγράφονται ως συμμετέχοντες οι Σαμιώτες περιφερειακοί σύμβουλοι Ιωάννης Καλτάκης, Ελισσαίος Μαυρατζώτης, Σουλτάνα Ανδρεάδου, Δέσποινα Καλβίνου και Ιωάννης Κατσούλης. Ο Νικόλαος Μάρκου προήδρευσε του Περιφερειακού Συμβουλίου και υπέγραψε το πρακτικό ως Πρόεδρος.

Ο Ιωάννης Καλτάκης ήταν εκείνος που κατέθεσε την πλέον αναλυτική γραπτή παρέμβαση από την πλευρά των συγκεκριμένων Σαμιωτών συμβούλων. Στην επιστολή του υποστήριξε ότι η μεταφορά εκατοντάδων μεταναστών από την Κρήτη προς τη Σάμο και τη Λέσβο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή διοικητική διαδικασία και ότι το Βόρειο Αιγαίο δεν μπορεί να επωμιστεί ξανά δυσανάλογο βάρος.

Ο ίδιος έθεσε και το ζήτημα της δημογραφικής και τουριστικής ανάπτυξης των νησιών, υποστηρίζοντας ότι η Σάμος και το Βόρειο Αιγαίο χρειάζονται μόνιμο πληθυσμό, επενδύσεις, τουρισμό και ανάπτυξη και όχι νέες επιβαρύνσεις από το μεταναστευτικό.

Ο Ελισσαίος Μαυρατζώτης και ο Ιωάννης Κατσούλης αναφέρεται στο πρακτικό ότι έλαβαν τον λόγο και τοποθετήθηκαν επί του θέματος. Το συγκεκριμένο απόσπασμα, ωστόσο, δεν παραθέτει το περιεχόμενο των παρεμβάσεών τους αλλά παραπέμπει στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά.

Η Σουλτάνα Ανδρεάδου και η Δέσποινα Καλβίνου καταγράφονται ως συμμετέχουσες στη συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης, χωρίς στο συγκεκριμένο απόσπασμα να υπάρχει ξεχωριστή προσωπική τους δήλωση για το ζήτημα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΑΦΙΞΗ

Εδώ βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα που δημιουργείται για τους περιφερειακούς συμβούλους.

Το Περιφερειακό Συμβούλιο δεν ψήφισε μια αόριστη ευχή. Ψήφισε συγκεκριμένα ότι δεν αποδέχεται επιπλέον επιβάρυνση των νησιών και ότι σε περίπτωση αντίθετων κυβερνητικών αποφάσεων θα προχωρήσει σε κινητοποιήσεις.

Στη συνέχεια, όμως,  ήρθε νέα φουρνιά μεταναστών στη Σάμο από την Κρήτη. Και αυτή τη φορά το ερώτημα δεν είναι αν υπήρχε ψηφισμένο κείμενο. Υπήρχε. Το ερώτημα είναι αν υπήρξε η αντίστοιχη πολιτική αντίδραση.

 Δεν υπήρξε καμία δημόσια ή έμπρακτη αντίδραση από τους Σαμιώτες περιφερειακούς συμβούλους μετά τη νέα άφιξη, τότε δημιουργείται μια σοβαρή αναντιστοιχία ανάμεσα στη διακηρυγμένη θέση και στην πολιτική πράξη. Η διαφορά ανάμεσα στο «δεν θα δεχθούμε» και στο «ήρθαν και δεν αντιδράσαμε» είναι μεγάλη και δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από μια ομόφωνη ψηφοφορία.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΠΛΕΟΝ ΤΟΥΣ ΑΦΟΡΑ ΟΛΟΥΣ

Η Σάμος δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη η ομόφωνη απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου. Γιατί εάν η κυβέρνηση μπορεί να προχωρά σε νέα μεταφορά μετά την έκδοση του ψηφίσματος και οι ίδιοι οι περιφερειακοί σύμβουλοι να μην αντιδρούν, τότε εύλογα τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας της απόφασης.

Οι υπογραφές υπάρχουν. Οι 34 ψήφοι υπάρχουν. Η προειδοποίηση για κινητοποιήσεις υπάρχει και είναι γραμμένη στο επίσημο πρακτικό.

Αυτό που μένει να φανεί είναι εάν υπάρχει και πολιτική βούληση να εφαρμοστεί στην πράξη.

Γιατί μετά τη νέα άφιξη μεταναστών στη Σάμο, η συζήτηση δεν αφορά πλέον το τι θα μπορούσε να γίνει. Αφορά το τι έγινε πραγματικά.

Και εάν απέναντι σε μια νέα μεταφορά δεν υπήρξε αντίδραση, τότε οι Σαμιώτες έχουν κάθε λόγο να αναρωτιούνται εάν το ομόφωνο «όχι» του Περιφερειακού Συμβουλίου ήταν μια πραγματική πολιτική δέσμευση ή άλλη μία απόφαση που έμεινε καταχωρισμένη στα πρακτικά.