Οι διαδοχικές απαντήσεις υπουργών, η προετοιμασία του νέου πολιτικού φορέα και ο κίνδυνος απωλειών από την ίδια την εκλογική βάση της ΝΔ – Η διαφορά με Τσίπρα και Ανδρουλάκη και η κρίσιμη αριθμητική του 25%
Γράφει η Αίθρα Χόφμαν
Η δημόσια σύγκρουση της κυβέρνησης με τον Αντώνη Σαμαρά έχει περάσει σε διαφορετική φάση. Η αφορμή δόθηκε από τις δηλώσεις του Νίκου Τσούτσια, στενού συνεργάτη του πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος κατηγόρησε τη σημερινή Νέα Δημοκρατία ότι έχει αλλοιώσει την πολιτική της ταυτότητα. Η απάντηση δεν περιορίστηκε στον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Παρεμβάσεις έκαναν ο Γιώργος Φλωρίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης και άλλα κυβερνητικά στελέχη, με διαφορετική ένταση αλλά κοινό παρονομαστή: την απόρριψη της κριτικής που προέρχεται από το σαμαρικό περιβάλλον.
Αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την πολεμική των τελευταίων ημερών. Το Μέγαρο Μαξίμου είχε επιλέξει μέχρι πρόσφατα να διαχειρίζεται τον πρώην πρωθυπουργό με χαμηλούς τόνους, αποφεύγοντας να του προσφέρει μια διαρκή μετωπική αντιπαράθεση. Η εικόνα αλλάζει όσο η προοπτική δημιουργίας νέου κόμματος αποκτά πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και όσο πλησιάζει ο χρόνος των αποφάσεων. Ο Σαμαράς δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη επικριτή της κυβέρνησης. Προέρχεται από τον ίδιο πολιτικό χώρο, γνωρίζει τους μηχανισμούς του και μπορεί να απευθυνθεί σε ψηφοφόρους που δεν έχουν εγκαταλείψει ιδεολογικά τη Νέα Δημοκρατία αλλά εμφανίζονται απογοητευμένοι από τη σημερινή της κατεύθυνση.
Η απειλή βρίσκεται στην ίδια εκλογική δεξαμενή
Η βασική διαφορά με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η αντιπαράθεση με την Κεντροαριστερά μπορεί να συσπειρώσει τμήματα της συντηρητικής βάσης και να επαναφέρει γνωστά διλήμματα γύρω από τη σταθερότητα και τη διακυβέρνηση. Ένα κόμμα Σαμαρά, αντίθετα, θα διεκδικήσει ψήφους από το εσωτερικό της ίδιας εκλογικής οικογένειας, ενώ παράλληλα μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για πρώην στελέχη, τοπικούς παράγοντες και παραδοσιακούς ψηφοφόρους της παράταξης.
Η ανησυχία αυτή αποκτά συγκεκριμένο εκλογικό βάρος επειδή η ΝΔ κινείται στις τελευταίες μετρήσεις στα μέσα της ζώνης του 20%. Με το 25% να αποτελεί το κατώφλι για την ενεργοποίηση του μπόνους των 20 εδρών, ακόμη και περιορισμένες απώλειες προς τα δεξιά μπορούν να επιβαρύνουν σημαντικά την κοινοβουλευτική αριθμητική. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στη Βόρεια Ελλάδα, όπου η κυβερνητική παράταξη έχει ήδη υποστεί μεγάλες απώλειες σε σχέση με το 2023 και αντιμετωπίζει ανταγωνισμό από την Ελληνική Λύση και άλλες δεξιότερες δυνάμεις.
Από τους χαμηλούς τόνους στην πολιτική αποδόμηση
Η πρόσφατη στάση κυβερνητικών στελεχών δείχνει ότι το Μαξίμου επιχειρεί πλέον να χτίσει πολιτικό αντίλογο πριν ο νέος φορέας αποκτήσει επίσημη υπόσταση. Ο Φλωρίδης υποστήριξε ότι ένα κόμμα που δημιουργείται με κύριο στόχο να πλήξει τον χώρο από τον οποίο προέρχεται αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης, ενώ ο Μαρινάκης έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να αντιπαραβάλει τη σημερινή ρητορική Σαμαρά με επιλογές που έκανε ο ίδιος όταν ήταν πρωθυπουργός.
Η γραμμή αυτή έχει σαφή λογική: η κυβέρνηση δεν θέλει να αφήσει αναπάντητη την κατηγορία ότι έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή φυσιογνωμία της ΝΔ, αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί να αποφύγει την εικόνα πανικού απέναντι σε ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί. Πρόκειται για λεπτή ισορροπία, επειδή κάθε υπερβολική επίθεση μπορεί να ενισχύσει το αφήγημα του Σαμαρά ότι εκφράζει ένα τμήμα της παράταξης που αισθάνεται παραγκωνισμένο.
Και αυτό αλλάζει ήδη τους κυβερνητικούς υπολογισμούς.
Το πραγματικό τεστ θα είναι οι μετακινήσεις
Οι πληροφορίες για προετοιμασία νέου φορέα έχουν ενταθεί, ενώ δημοσιεύματα τοποθετούν τις αποφάσεις μέσα στον Σεπτέμβριο. Μέχρι να υπάρξει επίσημη ανακοίνωση, όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιο όνομα θα επιλεγεί ή ποιοι θα στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια. Είναι αν ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να μετατρέψει την προσωπική του επιρροή σε μετρήσιμη μετακίνηση ψηφοφόρων.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη αγωνία για τη ΝΔ. Ο Τσίπρας και ο Ανδρουλάκης αμφισβητούν την κυβέρνηση από απέναντι. Ο Σαμαράς μπορεί να την πιέσει από τον χώρο στον οποίο η ίδια στηρίζει την εκλογική της κυριαρχία. Αν αυτό αποτυπωθεί στις πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την επίσημη εμφάνιση ενός νέου κόμματος, τότε η σύγκρουση δεν θα αφορά πλέον προσωπικές σχέσεις ή παλαιές διαφορές. Θα αφορά ευθέως την ικανότητα της Νέας Δημοκρατίας να κρατήσει ενωμένο το πολιτικό της ακροατήριο μέχρι τις εκλογές του 2027.
ΠΗΓΗ https://periodista.gr/
