Η Κρήτη είναι το σημείο της πρώτης άφιξης. Ωστόσο, εκατοντάδες άνθρωποι που φτάνουν στο νησί μεταφέρονται στη συνέχεια στο Ανατολικό Αιγαίο. Στη Σάμο η διαδικασία καταγραφής περιγράφεται ρητά από την κυβέρνηση ως βασικός λόγος της μεταφοράς. Στη Λέσβο, αντίστοιχα, εκατοντάδες άνθρωποι μεταφέρθηκαν σε δομή του νησιού για τις προβλεπόμενες διαδικασίες πριν από την προώθησή τους στην ενδοχώρα. Η διαφορά έχει σημασία και δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη γενική εικόνα του «μεταναστευτικού βάρους».
Η υπόθεση των μετακινήσεων από την Κρήτη προς το Ανατολικό Αιγαίο έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά οργανωμένης πολιτικής. Δεν πρόκειται για μία και μοναδική επιχείρηση, αλλά για επαναλαμβανόμενες μεταφορές, ενταγμένες σε έναν ευρύτερο μηχανισμό που προβλέπει τη μετακίνηση έως 5.000 ανθρώπων και χρηματοδοτείται με δημόσια δαπάνη 4,45 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, η Σάμος και η Λέσβος δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απολύτως ταυτόσημες περιπτώσεις.
Η Σάμος εμφανίζεται με τον πιο καθαρό τρόπο ως σημείο όπου ολοκληρώνεται η διαδικασία καταγραφής πριν από την αναχώρηση προς την ενδοχώρα. Αυτό προκύπτει τόσο από τις δημόσιες τοποθετήσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου όσο και από τις αναφορές για τις πρόσφατες μεταφορές.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 365 άνθρωποι μεταφέρθηκαν από την Κρήτη στη Σάμο και οδηγήθηκαν στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή στη Ζερβού. Η δημόσια περιγραφή της επιχείρησης ήταν σαφής: στη Σάμο προβλεπόταν να πραγματοποιηθεί η καταγραφή τους και στη συνέχεια να αναχωρήσουν για την ενδοχώρα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνου Πλεύρη, ο οποίος έχει περιγράψει τις μεταφορές από την Κρήτη στη Σάμο ως μεταφορές που πραγματοποιούνται για καταγραφή και διοικητική διαχείριση.
Η Σάμος, επομένως, δεν χρησιμοποιείται απλώς ως προσωρινός χώρος φιλοξενίας. Στην περίπτωση των συγκεκριμένων μεταφορών, λειτουργεί ως ενδιάμεσος διοικητικός σταθμός πριν από την τελική μετακίνηση προς την ηπειρωτική Ελλάδα.
Και αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:
Γιατί η καταγραφή που απαιτείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν γίνεται στην Κρήτη, όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη άφιξη;
Η κυβέρνηση επικαλείται την επιχειρησιακή δυνατότητα των υφιστάμενων δομών και την ανάγκη αποσυμφόρησης της Κρήτης. Πρόκειται για μια κατανοητή διοικητική εξήγηση. Ωστόσο, η επιλογή της Σάμου ως ενδιάμεσου σταθμού σημαίνει ότι το νησί αναλαμβάνει ένα πρόσθετο βάρος που δεν δημιουργήθηκε από δική του μεταναστευτική πίεση.
Η Σάμος καλείται να δεχθεί ανθρώπους που δεν έφτασαν στις ακτές της, να τους υποδεχθεί στη δομή, να ολοκληρώσει τις απαιτούμενες διαδικασίες και στη συνέχεια να τους προωθήσει στην ενδοχώρα.
Αυτό συνεπάγεται κινητοποίηση κρατικών υπηρεσιών, προσωπικού, υγειονομικών μηχανισμών, μεταφορικών μέσων και υποδομών.
Και κυρίως δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για μια κοινωνία που έχει ήδη βρεθεί επί χρόνια στην πρώτη γραμμή της μεταναστευτικής κρίσης.
Η περίπτωση της Λέσβου παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Στις 23 Αυγούστου μεταφέρθηκαν στη Λέσβο 217 άνθρωποι από την Κρήτη, στο πλαίσιο της ίδιας μεγάλης επιχείρησης κατά την οποία περίπου 200 μεταφέρθηκαν στη Σάμο.
Οι άνθρωποι αυτοί οδηγήθηκαν στη δομή του Μαυροβουνίου/Καρά Τεπέ, όπου ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες ελέγχου, καταγραφής και ταυτοποίησης, πριν από την περαιτέρω μετακίνησή τους.
Η Λέσβος, επομένως, χρησιμοποιήθηκε στην συγκεκριμένη επιχείρηση ως σημείο υποδοχής και διοικητικής διαχείρισης μεταφερόμενων από την Κρήτη, αλλά τα δημόσια στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά δεν επιτρέπουν να αποδοθεί με την ίδια σαφήνεια που υπάρχει στην περίπτωση της Σάμου ο συγκεκριμένος ρόλος της ως «σημείου καταγραφής».
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική.
Δεν πρέπει να συγχέεται η Σάμος με τη Λέσβο ούτε να αποδίδεται αυτομάτως και στα δύο νησιά ακριβώς η ίδια διοικητική λειτουργία.
Αυτό που τα συνδέει είναι κάτι άλλο: και τα δύο χρησιμοποιούνται ως ενδιάμεσοι προορισμοί ανθρώπων που είχαν προηγουμένως φτάσει στην Κρήτη.
Και αυτό είναι το πολιτικό ζήτημα που χρειάζεται απάντηση.
Γιατί, εάν ο τελικός προορισμός είναι η ενδοχώρα, γιατί δεν ακολουθείται απευθείας η διαδρομή Κρήτη–ενδοχώρα;
Γιατί η Σάμος χρειάζεται να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος σταθμός καταγραφής;
Και γιατί η Λέσβος, ένα νησί που έχει ήδη αντιμετωπίσει επί σειρά ετών τεράστια πίεση από τις μεταναστευτικές ροές, καλείται να υποδεχθεί ανθρώπους που δεν έφτασαν στο δικό της θαλάσσιο μέτωπο;
Οι δύο περιπτώσεις έχουν επομένως κοινή πολιτική διάσταση αλλά διαφορετική επιχειρησιακή αποτύπωση.
Στη Σάμο το ζήτημα της καταγραφής έχει αναδειχθεί δημόσια με ιδιαίτερη σαφήνεια.
Στη Λέσβο το βάρος πέφτει περισσότερο στην υποδοχή, τον έλεγχο, την ταυτοποίηση και την προσωρινή διαχείριση των μεταφερόμενων πριν από την περαιτέρω μετακίνησή τους.
Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, παραμένει το ίδιο ερώτημα:
Γιατί ένα νησί που δεν αποτέλεσε το σημείο της αρχικής άφιξης καλείται να αναλάβει ένα μέρος της διαδικασίας;
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του ιστορικού των δύο νησιών.
Η Σάμος και η Λέσβος έχουν ήδη συνδεθεί διεθνώς με τη μεταναστευτική κρίση. Οι τοπικές κοινωνίες έχουν αντιμετωπίσει επί χρόνια τις συνέπειες των αφίξεων, ενώ οι κρατικές δομές, η αστυνομία, το λιμενικό, οι υγειονομικές υπηρεσίες και οι δήμοι έχουν επωμιστεί σημαντικό λειτουργικό βάρος.
Η νέα πρακτική δημιουργεί τον κίνδυνο να διαμορφωθεί μια διαφορετική μορφή επιβάρυνσης: τα νησιά να μην αποτελούν πλέον μόνο σημεία στα οποία φτάνουν μεταναστευτικές ροές από τη θάλασσα, αλλά να λειτουργούν και ως υποδομές εθνικής αποσυμφόρησης για τις ροές που φτάνουν σε άλλα σημεία της χώρας.
Αυτό είναι μια ουσιαστική αλλαγή.
Εάν η πρακτική παραμείνει περιστασιακή και περιορισμένη, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως έκτακτη επιχειρησιακή επιλογή.
Εάν όμως επαναλαμβάνεται και ενταχθεί μόνιμα στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, τότε Σάμος και Λέσβος κινδυνεύουν να αποκτήσουν έναν νέο ρόλο: να λειτουργούν ως εφεδρικές υποδομές του εθνικού μεταναστευτικού μηχανισμού.
Και αυτό είναι κάτι που οι τοπικές κοινωνίες δικαιούνται να γνωρίζουν εκ των προτέρων.
Πόσες μεταφορές θα γίνουν;
Πόσοι άνθρωποι προβλέπεται να περάσουν από τη Σάμο;
Πόσοι από τη Λέσβο;
Πόσο θα παραμένουν;
Ποιες διαδικασίες θα πραγματοποιούνται σε κάθε νησί;
Ποιο είναι το κόστος;
Ιωάννης Μ.Νέγρης
Και, κυρίως, για πόσο χρονικό διάστημα θα συνεχιστεί αυτή η πρακτική;
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να επικαλείται τις ανάγκες της επιχειρησιακής διαχείρισης. Όμως οι ανάγκες της κεντρικής διοίκησης δεν μπορούν να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο.
Υπάρχουν και οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Η Σάμος δεν είναι απλώς μια διαθέσιμη δομή καταγραφής.
Η Λέσβος δεν είναι απλώς ένας διαθέσιμος χώρος προσωρινής υποδοχής.
Είναι δύο νησιά με συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και τουριστικές ισορροπίες, τα οποία έχουν ήδη σηκώσει μεγάλο μέρος του βάρους της μεταναστευτικής κρίσης.
Και γι' αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να γίνει με όρους αντιπαράθεσης «Κρήτης εναντίον Σάμου» ή «Κρήτης εναντίον Λέσβου».
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η ισόρροπη κατανομή της ευθύνης σε εθνικό επίπεδο.
Εάν η Κρήτη δέχεται τις αφίξεις, πρέπει να υπάρχει σχέδιο για την άμεση και αποτελεσματική διαχείρισή τους.
Εάν η Σάμος χρησιμοποιείται για την καταγραφή, πρέπει να εξηγηθεί γιατί και για πόσο.
Εάν η Λέσβος χρησιμοποιείται ως σημείο υποδοχής και διοικητικής διαχείρισης, πρέπει επίσης να εξηγηθεί με ποιο σχεδιασμό και με ποιο ανώτατο όριο.
Και εάν όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός ενιαίου σχεδίου έως 5.000 μετακινήσεων, τότε το σχέδιο αυτό πρέπει να παρουσιαστεί δημόσια με πλήρη στοιχεία.
Γιατί άλλο είναι μια έκτακτη μεταφορά μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων ανθρώπων και άλλο ένα συστηματικό μοντέλο μετακίνησης χιλιάδων ανθρώπων από την Κρήτη προς το Ανατολικό Αιγαίο.
Η διαφορά δεν είναι μόνο ποσοτική.
Είναι πολιτική.
Και τελικά το ερώτημα για τη Σάμο και τη Λέσβο είναι κοινό:
Αποσυμφορείται πράγματι η Κρήτη ή απλώς μεταφέρεται μέρος του προβλήματος σε δύο νησιά που έχουν ήδη πληρώσει μεγάλο τίμημα από τη μεταναστευτική κρίση;
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με αριθμούς, ημερομηνίες, διαδικασίες και κόστος.
Γιατί η προσωρινότητα δεν μπορεί να αποδεικνύεται μόνο από μια κυβερνητική δήλωση.
Πρέπει να προκύπτει από το σχέδιο, τη διάρκεια και τα πραγματικά δεδομένα των μετακινήσεων.
