Από την Ψιλή Άμμο φαίνεται σχεδόν σαν προέκταση της Σάμου. Νομικά όμως βρίσκεται στην τουρκική πλευρά του Αιγαίου. Η πρόσφατη κοινοβουλευτική ερώτηση του Κυριάκου Βελόπουλου επαναφέρει στο προσκήνιο την ιστορία της μικρής νησίδας Νάρθηξ – Bayrak Adası και τις καταγγελίες για νέες τουρκικές παρεμβάσεις πάνω σε αυτήν.
Η Νάρθηξ, γνωστή επίσης ως Άγιος Νικόλαος, Παναγία, Nárthix και στα τουρκικά Bayrak Adası, είναι μια μικρή νησίδα απέναντι από τη Σάμο, στην περιοχή του στενού της Μυκάλης. Διεθνείς γεωγραφικές βάσεις την καταγράφουν ως νησίδα της τουρκικής επικράτειας, στην επαρχία Αϊδινίου.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: από την ελληνική ακτή, στην περιοχή της Ψιλής Άμμου, η απόσταση είναι μικρή και η νησίδα βρίσκεται μέσα σε ένα θαλάσσιο τοπίο που ιστορικά, γεωγραφικά και πολιτισμικά συνδέεται στενά με τη Σάμο.
Το ερώτημα, επομένως, είναι εύλογο: πώς βρέθηκε αυτή η μικρή νησίδα στην Τουρκία;
Η απάντηση βρίσκεται στη Λωζάννη – αλλά όχι ακριβώς όπως συχνά παρουσιάζεται
Η σημερινή κυριαρχία της Τουρκίας στη Νάρθηκα δεν αποτελεί πρόσφατη εξέλιξη ούτε αποτέλεσμα κάποιας σύγχρονης διεκδίκησης.
Το κρίσιμο νομικό κείμενο είναι η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης της 24ης Ιουλίου 1923.
Το άρθρο 12 της Συνθήκης επιβεβαίωσε την ελληνική κυριαρχία σε συγκεκριμένα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου, μεταξύ των οποίων η Λήμνος, η Σαμοθράκη, η Μυτιλήνη, η Χίος, η Σάμος και η Ικαρία.
Όμως το ίδιο άρθρο περιέχει μια καθοριστική εξαίρεση:
Τα νησιά που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από τις ασιατικές ακτές παραμένουν υπό τουρκική κυριαρχία.
Η συγκεκριμένη διάταξη υπάρχει αυτούσια στο άρθρο 12 της Συνθήκης και επιβεβαιώνεται τόσο από το επίσημο κείμενο που δημοσιεύει το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών όσο και από τη συλλογή της Κοινωνίας των Εθνών.
Αυτό είναι το βασικό στοιχείο για την κατανόηση της Νάρθηκος.
Με απλά λόγια:
Η Συνθήκη δεν είπε ότι «όλα τα νησιά γύρω από τη Σάμο είναι ελληνικά».
Αντιθέτως, αναγνώρισε την ελληνική κυριαρχία στη Σάμο ως νησί, αλλά διατήρησε στην Τουρκία τις νησίδες που βρίσκονταν μέσα στη ζώνη των τριών ναυτικών μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές, εκτός αν υπήρχε διαφορετική ειδική πρόβλεψη.
Η διάταξη αυτή εξηγεί το φαινομενικά παράδοξο της περιοχής: μια μικρή νησίδα που βρίσκεται τόσο κοντά στη Σάμο μπορεί να ανήκει νομικά στην Τουρκία επειδή η οριοθέτηση δεν βασίστηκε αποκλειστικά στην απόστασή της από τη Σάμο, αλλά και στη σχέση της με τη μικρασιατική ακτή.
Η Σάμος έγινε ελληνική, η Νάρθηξ όχι
Για να γίνει κατανοητό το ιστορικό πλαίσιο, χρειάζεται να γυρίσουμε λίγο νωρίτερα.
Η Σάμος είχε ιδιαίτερο καθεστώς κατά την οθωμανική περίοδο. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τις σχετικές διεθνείς ρυθμίσεις του 1913, η ελληνική κυριαρχία στα σημαντικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου αναγνωρίστηκε διεθνώς.
Η απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου της 13ης Φεβρουαρίου 1914, την οποία επικυρώνει το άρθρο 12 της Λωζάννης, αφορούσε μεταξύ άλλων τη Σάμο.
Επομένως, η Λωζάννη του 1923 δεν δημιούργησε από το μηδέν την ελληνική κυριαρχία στη Σάμο. Επιβεβαίωσε το προγενέστερο διεθνές καθεστώς, με τις εξαιρέσεις που η ίδια η Συνθήκη προέβλεψε.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία:
Η Νάρθηξ δεν «αποσπάστηκε» από τη Σάμο μετά το 1923. Η νομική της ένταξη στην τουρκική πλευρά συνδέεται με το καθεστώς των νησίδων που βρίσκονταν κοντά στις μικρασιατικές ακτές.
Άρα, η διατύπωση ότι «η Τουρκία πήρε τη Νάρθηκα από την Ελλάδα» χρειάζεται προσοχή. Το ιστορικά και νομικά ακριβέστερο είναι ότι η Συνθήκη της Λωζάννης επιβεβαίωσε την ελληνική κυριαρχία στα συγκεκριμένα μεγάλα νησιά, ενώ διατήρησε στην τουρκική κυριαρχία τα νησιά και νησίδες που εμπίπτουν στον κανόνα των τριών μιλίων.
Το παράδοξο της γεωγραφίας
Η Νάρθηξ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γεωγραφία και το διεθνές δίκαιο δεν συμπίπτουν πάντοτε με αυτό που αντιλαμβάνεται ο παρατηρητής.
Από τη Σάμο η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική από έναν χάρτη.
Η νησίδα βρίσκεται απέναντι από τη σαμιακή ακτή και σε ένα από τα στενότερα σημεία της περιοχής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί τμήμα της ελληνικής επικράτειας.
Η ίδια η γεωγραφική καταγραφή της νησίδας χρησιμοποιεί σήμερα πολλές ονομασίες: Narthex, Nárthix, Ágios Nikolaos, Panagia, Bayrak Adası, Boğaz Adası και Abanoz Adası, ενώ την εντάσσει διοικητικά στην Τουρκία.
Γιατί έχει σημασία σήμερα;
Η υπόθεση θα μπορούσε να παραμείνει μια ιστορική και γεωγραφική λεπτομέρεια εάν δεν είχε προκύψει ένα νέο στοιχείο.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης και βουλευτής Κυριάκος Βελόπουλος κατέθεσε στη Βουλή την ερώτηση με αριθμό πρωτοκόλλου 950/8213, σε συνδυασμό με Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων.
Το επίσημο θέμα της ερώτησης είναι:
«Ανάγκη ενημέρωσης για τις καταγγελλόμενες παρεμβάσεις της Τουρκίας στη νησίδα Νάρθηξ (Bayrak Adasi), έναντι της Σάμου, και τις πιθανές επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια».
Η ερώτηση απευθύνεται στους υπουργούς Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια και Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη.
Πρόκειται επομένως για επίσημη κοινοβουλευτική διαδικασία και όχι απλώς για δημοσιογραφικό ή πολιτικό σχόλιο.
Τι καταγγέλλεται
Σύμφωνα με δημοσιεύματα που αναφέρονται στην ερώτηση, ο κ. Βελόπουλος επικαλείται δημοσιογραφική έρευνα και πρόσφατες δορυφορικές και φωτογραφικές απεικονίσεις.
Οι καταγγελλόμενες μεταβολές στη Νάρθηκα φέρονται να περιλαμβάνουν:
διάνοιξη ή επέκταση οδικού δικτύου,
νέες τεχνικές κατασκευές,
εγκατάσταση δεξαμενών,
τοποθέτηση ιστών ή κεραιών,
γενικότερη ενίσχυση υποδομών στη νησίδα.
Εδώ όμως απαιτείται μια κρίσιμη δημοσιογραφική διάκριση:
Οι παραπάνω αναφορές αποτελούν καταγγελίες και αντικείμενο κοινοβουλευτικού ελέγχου. Δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως επιβεβαιωμένα γεγονότα μέχρι να υπάρξει επίσημη απάντηση των αρμόδιων ελληνικών αρχών ή ανεξάρτητη τεκμηρίωση που να επιβεβαιώνει τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ένα ζήτημα που αφορά ελληνοτουρκικές σχέσεις και εθνική ασφάλεια.
Τι ακριβώς ζητά να πληροφορηθεί η Βουλή;
Η ερώτηση του κ. Βελόπουλου δεν αφορά μόνο το τι υπάρχει σήμερα στη νησίδα.
Το βασικό πολιτικό και στρατηγικό ερώτημα είναι εάν οι καταγγελλόμενες αλλαγές αποτελούν απλές τεχνικές ή οικονομικές παρεμβάσεις ή εάν εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της τουρκικής παρουσίας σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο απέναντι από τη Σάμο.
Η σημασία του ζητήματος αυξάνεται λόγω της γεωγραφικής θέσης της Νάρθηκος.
Η νησίδα βρίσκεται σε ένα στενό θαλάσσιο περιβάλλον ανάμεσα στη Σάμο και τα μικρασιατικά παράλια, όπου η απόσταση μεταξύ των δύο χωρών είναι εξαιρετικά μικρή.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε κατασκευή συνιστά στρατιωτική δραστηριότητα.
Σημαίνει όμως ότι οποιαδήποτε αλλαγή υποδομών σε ένα τόσο ευαίσθητο σημείο μπορεί να έχει αυξημένο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και να χρήζει ελέγχου.
Το διεθνές δίκαιο και το «γκρίζο» Αιγαίο
Η υπόθεση της Νάρθηκος πρέπει επίσης να διαχωριστεί από τη γνωστή τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών».
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι το διεθνές νομικό πλαίσιο που καθορίζει την κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου είναι σαφές και βασίζεται κυρίως στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947. Το ίδιο υπουργείο αναφέρει ότι η τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών» αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του 1990 και αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία σε σειρά νησιών, νησίδων και βραχονησίδων.
Η περίπτωση της Νάρθηκος όμως είναι διαφορετική ως προς ένα κρίσιμο σημείο:
Δεν πρόκειται για νησίδα που η Ελλάδα θεωρεί ελληνική και η Τουρκία αμφισβητεί. Η διαθέσιμη διεθνής γεωγραφική καταγραφή την τοποθετεί στην Τουρκία και το άρθρο 12 της Λωζάννης παρέχει το βασικό νομικό πλαίσιο για την κατανόηση του γιατί.
Αυτό ακριβώς κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Τι μένει να απαντηθεί
Η κοινοβουλευτική ερώτηση της 10ης Σεπτεμβρίου 2026 φέρνει πλέον την ελληνική κυβέρνηση μπροστά σε συγκεκριμένα ερωτήματα:
Έχουν πράγματι πραγματοποιηθεί οι καταγγελλόμενες παρεμβάσεις στη Νάρθηκα;
Πότε πραγματοποιήθηκαν;
Ποια ακριβώς έργα έγιναν;
Πρόκειται για πολιτικές, τουριστικές, ενεργειακές, τηλεπικοινωνιακές ή στρατιωτικού χαρακτήρα υποδομές;
Έχει καταγραφεί από τις ελληνικές υπηρεσίες οποιαδήποτε αλλαγή στη χρήση της νησίδας;
Υπάρχει ελληνική αξιολόγηση των συγκεκριμένων δορυφορικών εικόνων;
Και, κυρίως:
Υπάρχει κάποια μεταβολή που να δημιουργεί νέα δεδομένα ασφαλείας για τη Σάμο και το ανατολικό Αιγαίο;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι πλέον ευθύνη των αρμόδιων υπουργείων.
Το ιστορικό συμπέρασμα
Η ιστορία της Νάρθηκος αποδεικνύει πόσο λεπτές είναι οι γραμμές που χωρίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία στο ανατολικό Αιγαίο.
Η Σάμος είναι ελληνική. Η Νάρθηξ, λίγα μόλις ναυτικά μίλια –και σε ορισμένα σημεία ακόμη λιγότερο– από τη σαμιακή ακτή, είναι τουρκική.
Δεν πρόκειται για αποτέλεσμα μιας πρόσφατης αλλαγής συνόρων.
Το βασικό νομικό θεμέλιο βρίσκεται στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, και ειδικότερα στο άρθρο 12, το οποίο αφενός επιβεβαίωσε την ελληνική κυριαρχία στη Σάμο και αφετέρου προέβλεψε ότι οι νησίδες σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από τις ασιατικές ακτές παραμένουν υπό τουρκική κυριαρχία.
Επομένως, το πραγματικά νέο στοιχείο σήμερα δεν είναι ότι η Νάρθηξ είναι τουρκική.
Αυτό είναι γνωστό εδώ και έναν αιώνα.
Το νέο ερώτημα είναι εάν έχουν αλλάξει τα δεδομένα πάνω στη νησίδα και, εφόσον έχουν αλλάξει, τι ακριβώς σημαίνουν αυτές οι αλλαγές για την ασφάλεια και τη στρατηγική ισορροπία απέναντι από τη Σάμο.
Η ερώτηση του Κυριάκου Βελόπουλου έχει πλέον μεταφέρει αυτό το ερώτημα από το επίπεδο των δημοσιευμάτων στο επίσημο επίπεδο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η Βουλή καταγράφει την ερώτηση με ημερομηνία 10 Σεπτεμβρίου 2026 και αναμένει τις απαντήσεις των υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών.
Η ουσία σε μία φράση
Η Νάρθηξ δεν «έγινε τουρκική» πρόσφατα· το καθεστώς της ανάγεται στο διεθνές πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και επιβεβαιώθηκε στη Λωζάννη. Το σημερινό ζήτημα είναι εάν η Τουρκία μεταβάλλει ουσιαστικά τον χαρακτήρα και τις υποδομές της νησίδας – και αυτό είναι που καλείται τώρα να διευκρινίσει επίσημα η ελληνική κυβέρνηση.
