Η πιθανότητα δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά επαναφέρει στο προσκήνιο τις εσωτερικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με δημοσκοπικές πιέσεις και προβληματισμό για την εκλογική της απήχηση.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να προσεγγίσει ψηφοφόρους της παραδοσιακής Δεξιάς, αλλά και στελέχη που διατηρούν αποστάσεις από τη σημερινή ηγεσία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η προσπάθεια θα αποκτήσει οργανωμένη εκλογική έκφραση και πόσο θα επηρεάσει τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της ΝΔ.
Οι δημοσκοπήσεις και η πίεση στη Νέα Δημοκρατία
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της MRB για το OPEN, το 16,8% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι σίγουρα ή μάλλον θα ψήφιζε ένα νέο κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Στην ίδια μέτρηση, το 7% των σημερινών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζεται βέβαιο ότι θα επέλεγε τον πρώην πρωθυπουργό, εφόσον προχωρούσε στην ίδρυση νέου σχηματισμού.
Παράλληλα, η τελευταία δημοσκόπηση της Alco, όπως αναφέρεται στο διαθέσιμο δημοσίευμα, καταγράφει τη ΝΔ στο 23,8%, με τη συσπείρωσή της στο 60%. Το 21,9% όσων είχαν ψηφίσει το κόμμα το 2023 εμφανίζεται αναποφάσιστο.
Τα στοιχεία δεν προδικάζουν το αποτέλεσμα μιας μελλοντικής εκλογικής αναμέτρησης. Δείχνουν, ωστόσο, ότι μια νέα πολιτική πρωτοβουλία στα δεξιά της ΝΔ θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό για ένα κοινό που αποτελεί παραδοσιακό στήριγμα της παράταξης.
Ψηφοδέλτια και επαφές με στελέχη
Οι πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί για την προετοιμασία του εγχειρήματος κάνουν λόγο για αναζήτηση γραφείων στην Αθήνα, προεργασία για ψηφοδέλτια και επαφές με πολιτικά πρόσωπα. Μεταξύ όσων αναφέρονται στα σχετικά ρεπορτάζ βρίσκονται ο Κώστας Τζαβάρας, ο Θανάσης Σκορδάς, ο Μάριος Σαλμάς και η Ιωάννα Γκελεστάθη.
Η αναφορά αυτών των ονομάτων δεν ισοδυναμεί με επιβεβαιωμένη συμμετοχή σε νέο κόμμα. Αποτυπώνει, όμως, το ενδιαφέρον γύρω από τη συγκρότηση ενός οργανωμένου πολιτικού δικτύου, το οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί σε στελέχη με εμπειρία και τοπικές διασυνδέσεις.
Στο πολιτικό πεδίο, ο Σαμαράς ασκεί κριτική στην κυβερνητική οικονομική και κοινωνική πολιτική, στην κατάσταση της περιφέρειας και στους χειρισμούς στα ελληνοτουρκικά. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να διευρύνει την αντιπαράθεσή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη πέρα από τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Το όριο του 25% και η επόμενη ημέρα
Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τη δημόσια τοποθέτηση του πρωθυπουργού ότι μια επίδοση της ΝΔ στο 25% θα μπορούσε να προκαλέσει ζήτημα ηγεσίας. Την ίδια στιγμή, το 28,31% που συγκέντρωσε το κόμμα στις ευρωεκλογές του 2024 παραμένει σημείο αναφοράς για την αποτίμηση της εκλογικής του πορείας.
Εάν ο Σαμαράς προχωρήσει τελικά στη δημιουργία κόμματος και καταφέρει να αποσπάσει σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων της ΝΔ, οι συνέπειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν την απώλεια εκλογικής δύναμης και να επηρεάσουν τις εσωκομματικές εξελίξεις.
Το σενάριο κυβέρνησης συνεργασίας
Στη δημόσια συζήτηση έχει εμφανιστεί και το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης συνεργασίας με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό, εφόσον οι εκλογές δεν οδηγήσουν σε αυτοδυναμία. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι υπάρχουν επιβεβαιωμένες συμφωνίες μεταξύ πολιτικών δυνάμεων για μια τέτοια λύση.
Η υλοποίηση ενός τέτοιου σεναρίου θα απαιτούσε συγκεκριμένη κοινοβουλευτική στήριξη και υπέρβαση σημαντικών πολιτικών διαφορών. Η προηγούμενη πρωθυπουργική θητεία του Σαμαρά, από το 2012 έως το 2015, αποτελεί στοιχείο της πολιτικής του διαδρομής, όχι εγγύηση για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Στο παρασκήνιο, ενδιαφέρον συγκεντρώνει και η στάση του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος έχει ασκήσει κριτική σε κυβερνητικές επιλογές, χωρίς να έχει εκφράσει δημόσια στήριξη σε ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά.
Η σύγκρουση επαναφέρει αναπόφευκτα στη μνήμη το 1993, όταν η ρήξη του Αντώνη Σαμαρά με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη συνδέθηκε με την απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Οι σημερινές συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά η ιστορική αναφορά εξακολουθεί να φορτίζει πολιτικά την αντιπαράθεση.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι διεργασίες θα μετατραπούν σε επίσημη πολιτική πρωτοβουλία. Μέχρι τότε, το βασικό διακύβευμα παραμένει η δυνατότητα του Σαμαρά να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε εκλογική δύναμη και να επηρεάσει την επόμενη ημέρα της Κεντροδεξιάς.
