Κύριε Χαρδαβέλλα,
η δημόσια τοποθέτησή σας για τις μαθητικές καταλήψεις στη Σάμο επιχειρεί να εμφανίσει ένα σύνθετο νομικό ζήτημα ως απολύτως αυτονόητο. Όμως ακριβώς επειδή μιλάμε για ανήλικους μαθητές και ποινική διαδικασία, οι απόλυτες διατυπώσεις χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
Γράφετε:
«Η κατάληψη Δημοσίου Κτιρίου συνιστά απολύτως παράνομη πράξη και αυτό δεν επιδέχεται καμία περαιτέρω συζήτηση».
Ας αφήσουμε λοιπόν τη ρητορική και ας πάμε στα πραγματικά νομικά δεδομένα.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση της Σάμου οι έξι ανήλικοι μαθητές δεν έχουν καταδικαστεί επειδή “έκαναν κατάληψη”.
Αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες κατηγορίες για:
• διατάραξη της ειρήνης
• διατάραξη της λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας
και οι γονείς τους αντιμετωπίζουν ξεχωριστή κατηγορία για παραμέληση εποπτείας ανηλίκου. Η δίκη των μαθητών έχει οριστεί για τις 10 Δεκεμβρίου 2026 και των γονέων για τις 27 Μαΐου 2027.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό:
Υπάρχει κατηγορία. Δεν υπάρχει ακόμη δικαστική κρίση επί της ενοχής.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της δικής σας διατύπωσης.
Το άρθρο 168 του Ποινικού Κώδικα για τη διατάραξη λειτουργίας υπηρεσίας δεν λέει «όποιος κάνει μαθητική κατάληψη είναι αυτομάτως ένοχος». Προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε παράνομη είσοδο ή παραμονή και σε πρόκληση διακοπής ή σοβαρής διατάραξης της ομαλής λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αυτό που θέτετε εσείς:
«Είναι παράνομη η κατάληψη;»
Το νομικά κρίσιμο ερώτημα είναι:
Ποια συγκεκριμένη πράξη έκανε κάθε κατηγορούμενος, ποια ακριβώς διάταξη εφαρμόζεται και αν πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις του συγκεκριμένου αδικήματος;
Αυτό δεν το αποφασίζει ένας σχολιαστής στο Facebook.
Το αποφασίζει το δικαστήριο.
Και υπάρχει ακόμη μια ουσιώδης αντίφαση στην ανάρτησή σας.
Από τη μία λέτε ότι οι μαθητές πρέπει να χρησιμοποιούν θεσμικά μέσα, μαθητικά συμβούλια και διάλογο. Από την άλλη, όταν μια μαθητική κινητοποίηση ξεφεύγει από το πλαίσιο που εσείς θεωρείτε αποδεκτό, περνάτε αμέσως από την πολιτική διαφωνία στον χαρακτηρισμό της ως «απολύτως παράνομης» και μιλάτε για εισαγγελικές και διωκτικές αρχές.
Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με το “συμφωνώ με τη μορφή της διαμαρτυρίας, άρα είναι θεμιτή — διαφωνώ, άρα είναι παράνομη”.
Μπορεί η κατάληψη να είναι κακός τρόπος διεκδίκησης. Μπορεί να παρακωλύει την εκπαιδευτική διαδικασία. Μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να προκαλεί και νομικές συνέπειες.
Αλλά αυτά πρέπει να αποδεικνύονται με πραγματικά περιστατικά και με εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων, όχι με γενικούς χαρακτηρισμούς.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά σας σε:
«βανδαλισμούς, παραβατικότητα ή ακόμη και εγκληματικές ενέργειες».
Εάν υπήρξαν τέτοιες πράξεις, να ερευνηθούν και να αποδοθούν στους πραγματικούς υπαίτιους.
Αλλά ένας πιθανός κίνδυνος δεν αποτελεί απόδειξη ότι ο κίνδυνος συνέβη, ούτε ότι ευθύνονται γι’ αυτό όλοι οι μαθητές που συμμετείχαν στην κινητοποίηση.
Και ας μην παραλείπουμε την ουσία.
Οι μαθητές της Σάμου δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά να καταλάβουν ένα δημόσιο κτίριο. Είχαν διατυπώσει συγκεκριμένα αιτήματα για τις συγχωνεύσεις τμημάτων, τη χωρητικότητα και την ασφάλεια των αιθουσών και την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Μπορείτε να διαφωνείτε με τα αιτήματα.
Μπορείτε να διαφωνείτε με τον τρόπο διεκδίκησής τους.
Μπορείτε να υποστηρίζετε ότι η κατάληψη δεν είναι αποδεκτό μέσο.
Αυτό είναι πολιτική και παιδαγωγική κρίση.
Δεν είναι όμως δικαστική απόφαση.
Και υπάρχει ένα τελευταίο σημείο που, κατά τη γνώμη μου, είναι το σοβαρότερο:
Μιλάμε για παιδιά.
Έξι ανήλικοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ποινική διαδικασία. Η κοινωνία δικαιούται να κρίνει τις πράξεις τους. Η Πολιτεία δικαιούται να εφαρμόσει τον νόμο. Η Δικαιοσύνη δικαιούται να εξετάσει τις κατηγορίες.
Κανείς όμως δεν δικαιούται να προεξοφλεί τη δικαστική κρίση.
Γι’ αυτό, κύριε Χαρδαβέλλα, θα σας πρότεινα μια απλούστερη και πολύ πιο ακριβή διατύπωση:
«Διαφωνώ με τις μαθητικές καταλήψεις και θεωρώ ότι οι μαθητές πρέπει να διεκδικούν θεσμικά».
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Το «η κατάληψη είναι απολύτως παράνομη και αυτό δεν επιδέχεται καμία περαιτέρω συζήτηση», όμως, είναι άλλο πράγμα.
Γιατί η νομική συζήτηση δεν τελειώνει με μια δήλωση στο Facebook.
Αρχίζει εκεί όπου εξετάζονται η συγκεκριμένη πράξη, η συγκεκριμένη διάταξη, τα συγκεκριμένα στοιχεία και —τελικά— η δικαστική κρίση.
Και στην υπόθεση της Σάμου αυτή η κρίση δεν έχει ακόμη υπάρξει.
Δημοσίευση του χρήστη Ευγένιος Χαρδαβέλλας
Γιατί οι καταλήψεις, ΔΕΝ αποτελούν μέσο Διεκδίκησης.
Η Σχολική Κοινότητα, οφείλει να προάγει τον Δημοκρατικό Διάλογο, την
Υπευθυνότητα και τον Σεβασμό στους Κανόνες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρακτική των Σχολικών καταλήψεων, κρίνεται ως παντελώς ακατάλληλη για την διεκδίκηση αιτημάτων, για τους εξής θεμελιώδεις λόγους:
Η κατάληψη Δημοσίου Κτιρίου, συνιστά απολύτως παράνομη πράξη και αυτό δεν επιδέχεται καμία περαιτέρω συζήτηση.
Παρεμποδίζει την πρόσβαση στην Δημόσια Περιουσία και καταπατά το Συνταγματικό Δικαίωμα της πλειοψηφίας των Μαθητών στην Εκπαίδευση.
Αποτελεί ένα ξεπερασμένο αναχρονιστικό μοντέλο δράσης, που ακυρώνει τον ουσιαστικό διάλογο.
Αντί να ενισχύει τα όποια δίκαια αιτήματα των Μαθητών, τα απαξιώνει πλήρως, μετατοπίζοντας την συζήτηση από την ουσία του προβλήματος, στην καθολική παράνομη μορφή της όποιας
διαμαρτυρίας.
Η απομάκρυνση της Σχολικής Διοίκησης, δημιουργεί ένα άκρως επικίνδυνο κενό ασφαλείας.
Ο Σχολικός χώρος, γίνεται ευάλωτος στην εισβολή εξωσχολικών στοιχείων, αυξάνοντας τον κίνδυνο βανδαλισμών, παραβατικότητας ή ακόμα και εγκληματικών ενεργειών, που θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα Μαθητών και Εκπαιδευτικών.
Τα αιτήματα των Μαθητών, μπορούν και πρέπει να προωθούνται μέσω Θεσμικών διαδικασιών, όπως, την Ενεργοποίηση των Μαθητικών Συμβουλίων και κατάθεση τεκμηριωμένων προτάσεων στην οικεία Διεύθυνση, τον Σύλλογο Διδασκόντων καθώς και στο αρμόδιο Υπουργείο.
Η κατάληψη σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί αποδεκτό μέσο αγώνα.
Η περιφρούρηση των Δικαιωμάτων επιτυγχάνεται με Επιχειρήματα, Υπευθυνότητα και Σεβασμό στην Σχολική Κοινότητα.
Οποιοσδήποτε οργανώνει, υποκινεί και βεβαίως πράττει, την πάσης φύσεως λεγόμενη κατάληψη, είναι υπόλογος ενώπιον πάσης Εισαγγελικής και Διωκτικής Αρχής.
Ευγένιος Κ. Χαρδαβέλλας