19 Αυγούστου 2026

Χωρίς άδεια σταθμού, με αφετηρία σε δημόσιο χώρο: Ποιος επιτρέπει τη λειτουργία του ΚΤΕΛ στη Σάμο;

 

Η αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών βεβαιώνει ότι δεν έχει εκδώσει άδεια λειτουργίας. Ο Συνήγορος του Πολίτη καταγράφει στην πράξη έναν «οιονεί σταθμό». Έξι μήνες μετά, παραμένει το ερώτημα ποια διοικητική πράξη καθορίζει την αφετηρία και ποιος έχει την ευθύνη του ελέγχου.

Έξι μήνες διοικητικής αλληλογραφίας έχουν περάσει από τότε που τέθηκε το ζήτημα της λειτουργίας του σημείου στην οδό Θεμιστοκλή Σοφούλη στη Σάμο ως αφετηρίας των υπεραστικών λεωφορείων. Στο διάστημα αυτό έχουν διακινηθεί έγγραφα μεταξύ της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Π.Ε. Σάμου, της Αστυνομίας, του Λιμεναρχείου Σάμου, του Διαδημοτικού Λιμενικού Ταμείου, του Δήμου και του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, ενώ την υπόθεση έχει εξετάσει και ο Συνήγορος του Πολίτη. Παρ’ όλα αυτά, το βασικό ζήτημα δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, τα ίδια τα έγγραφα το κάνουν ακόμη πιο συγκεκριμένο.

Η αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας Σάμου έχει απαντήσει εγγράφως ότι μέχρι σήμερα από την υπηρεσία της «δεν έχει εκδοθεί άδεια λειτουργίας Σταθμού υπεραστικών λεωφορείων». Το έγγραφο έχει κοινοποιηθεί, μεταξύ άλλων, στον Δήμο Ανατολικής Σάμου, στο Διαδημοτικό Λιμενικό Ταμείο, στην Αστυνομική Διεύθυνση Σάμου και στο Υπεραστικό ΚΤΕΛ Σάμου Α.Ε.

Επομένως, το δημοσιογραφικό ερώτημα σήμερα δεν είναι αν υπάρχει άδεια λειτουργίας σταθμού. Η αρμόδια υπηρεσία έχει ήδη απαντήσει ότι δεν έχει εκδοθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει από τη στιγμή που δεν υπάρχει αυτή η άδεια, ενώ ο συγκεκριμένος χώρος εξακολουθεί στην πράξη να χρησιμοποιείται για συγκέντρωση λεωφορείων, επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών.

Ο Συνήγορος του Πολίτη, εξετάζοντας τα στοιχεία της υπόθεσης, καταγράφει ότι σύμφωνα με την Τροχαία Σάμου «δεν υφίσταται Σταθμός υπεραστικών λεωφορείων, αλλά σημείο αφετηρία στάσης λεωφορείων επιβατικών γραμμών». Παράλληλα, όμως, από την εξέταση της πραγματικής εικόνας του χώρου διαπίστωσε ότι στο πλάτωμα συγκεντρώνονται λεωφορεία σε δύο ή τρεις σειρές και σημείωσε ότι η κατάσταση αυτή υποδηλώνει την ύπαρξη «οιονεί σταθμού λεωφορείων».

Αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι που απαιτεί απάντηση από τη Δημόσια Διοίκηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει επίσημη βεβαίωση ότι δεν έχει εκδοθεί άδεια λειτουργίας σταθμού. Από την άλλη, υπάρχει μια πραγματική κατάσταση κατά την οποία ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιείται ως οργανωμένο σημείο συγκέντρωσης και αναχώρησης λεωφορείων. Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι πλέον να αναζητηθεί μια ανύπαρκτη άδεια, αλλά να προσδιοριστεί η διοικητική και νομική βάση πάνω στην οποία συνεχίζεται αυτή η συγκεκριμένη χρήση.

Το έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών της 27ης Μαΐου 2026 προσθέτει ένα κρίσιμο στοιχείο. Το Υπουργείο αναφέρει ότι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας παραχώρησης του συγκοινωνιακού έργου τα θέματα των συγκοινωνιακών φορέων εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τον ν. 2963/2001, όπως ισχύει. Παράλληλα υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών καθορίζονται η αφετηρία, η διαδρομή, οι στάσεις και το τέρμα κάθε γραμμής.

Αυτό δημιουργεί ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα που μέχρι σήμερα πρέπει να απαντηθεί με έγγραφο και όχι με γενική αναφορά σε αρμοδιότητες: υπάρχει απόφαση της αρμόδιας αρχής που να καθορίζει το συγκεκριμένο σημείο στην οδό Θεμιστοκλή Σοφούλη ως αφετηρία των συγκεκριμένων γραμμών; Και εφόσον υπάρχει, ποια είναι η απόφαση, πότε εκδόθηκε και τι ακριβώς καθορίζει;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι άλλο είναι η ύπαρξη μιας αδειοδοτημένης εγκατάστασης σταθμού και άλλο ο καθορισμός μιας αφετηρίας ή μιας στάσης στο οδικό δίκτυο. Τα δύο ζητήματα δεν μπορούν να συγχέονται. Το ίδιο το Υπουργείο, στο έγγραφό του, διαχωρίζει τον καθορισμό αφετηριών και στάσεων από τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που αφορούν τη στάση και στάθμευση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ευθύνη της δημόσιας διοίκησης να δώσει καθαρές απαντήσεις. Εάν υπάρχει νόμιμη απόφαση που καθορίζει την αφετηρία, αυτή πρέπει να είναι γνωστή. Εάν δεν υπάρχει, τότε πρέπει να εξηγηθεί με ποια διοικητική πράξη και με ποια διαδικασία ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιείται στην πράξη ως αφετηρία. Η απλή διαπίστωση ότι τα λεωφορεία σταματούν εκεί ή ότι υπάρχει πινακίδα κυκλοφοριακής ρύθμισης δεν απαντά στο διοικητικό ζήτημα.

Η Τροχαία Σάμου είχε ήδη επισημάνει ότι δεν είχε λάβει απάντηση από την Περιφερειακή Ενότητα Σάμου σχετικά με το εάν το συγκεκριμένο σημείο είχε καθοριστεί ως αφετηρία, τέρμα ή στάση λεωφορείων επιβατικής γραμμής. Την ίδια στιγμή είχε αναφέρει ότι το σημείο εμπίπτει, κατά την εκτίμησή της, στη χερσαία ζώνη λιμένα και ότι η εφαρμογή του ΚΟΚ ανήκει στο Λιμενικό Σώμα.

Ο Συνήγορος του Πολίτη, ωστόσο, εντόπισε και δεύτερο πρόβλημα: τη δυσχέρεια ακριβούς προσδιορισμού των ορίων της χερσαίας ζώνης στο συγκεκριμένο σημείο. Από τα στοιχεία του Κτηματολογίου προέκυπτε ότι ένα τμήμα του χώρου ανήκει στον Δήμο Ανατολικής Σάμου και το υπόλοιπο στη χερσαία ζώνη λιμένα, γεγονός που οδήγησε τον Συνήγορο στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα ελέγχου της κυκλοφορίας διαφοροποιείται ανάλογα με το τμήμα του πλατώματος. Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες να ενημερώσουν για τις ενέργειες στις οποίες προτίθενται να προβούν για τη διασφάλιση της ασφάλειας των επιβατών.

Το θέμα, λοιπόν, δεν μπορεί να εξαντλείται στην τήρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από τους οδηγούς. Η ασφαλής στάση και στάθμευση είναι αυτονόητη υποχρέωση. Δεν αποτελεί όμως απάντηση στο ερώτημα ποια διοικητική πράξη επιτρέπει τη συγκεκριμένη λειτουργία του χώρου ως αφετηρίας. Το ένα αφορά την κυκλοφοριακή ασφάλεια και το άλλο τη διοικητική νομιμοποίηση της χρήσης.

Και εδώ είναι που η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο δημόσιο ενδιαφέρον. Η αρμόδια υπηρεσία μεταφορών δηλώνει ότι δεν έχει εκδώσει άδεια λειτουργίας σταθμού. Ο Συνήγορος του Πολίτη διαπιστώνει στην πράξη συγκέντρωση λεωφορείων που δημιουργεί εικόνα «οιονεί σταθμού». Η Τροχαία αναφέρεται σε σημείο αφετηρίας στάσης λεωφορείων, ενώ ταυτόχρονα έχει εκφράσει αμφιβολίες για το εάν το σημείο έχει πράγματι καθοριστεί ως αφετηρία ή στάση από την αρμόδια αρχή. Και το Λιμεναρχείο καλείται να αντιμετωπίσει ζητήματα που συνδέονται με τη χερσαία ζώνη και την εφαρμογή των αρμοδιοτήτων του.

Μετά από όλα αυτά, η κρίσιμη ερώτηση είναι μία και είναι απολύτως συγκεκριμένη: ποια διοικητική πράξη επιτρέπει σήμερα να χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος δημόσιος χώρος ως αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων;

Εάν υπάρχει τέτοια απόφαση, η υπόθεση μπορεί να κριθεί πάνω στο περιεχόμενό της. Εάν δεν υπάρχει, τότε πρέπει να εξηγηθεί ποιος αποφάσισε στην πράξη τη χρήση του χώρου και ποια υπηρεσία έχει την ευθύνη να αντιμετωπίσει την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί.

Αυτό δεν αποτελεί κατηγορία κατά του ΚΤΕΛ ούτε προδικάζει οποιαδήποτε παράβαση. Αποτελεί το αυτονόητο δημοσιογραφικό ερώτημα απέναντι σε μια δημόσια διοίκηση που εδώ και μήνες γνωρίζει ότι δεν υπάρχει άδεια λειτουργίας σταθμού, γνωρίζει πώς χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος χώρος και έχει ήδη κληθεί από τον Συνήγορο του Πολίτη να λάβει μέτρα για την ασφάλεια των επιβατών.

Το ίδιο ερώτημα αφορά και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Εφόσον η απουσία άδειας είναι γνωστή, ποια υπηρεσία έχει ελέγξει τη συγκεκριμένη λειτουργία; Ποια υπηρεσία έχει διαπιστώσει εάν υπάρχει άλλη διοικητική πράξη που καθορίζει την αφετηρία; Και, κυρίως, ποιος φορέας έχει την τελική ευθύνη όταν η πραγματική χρήση ενός δημόσιου χώρου φαίνεται να έχει εξελιχθεί σε κάτι που ο ίδιος ο Συνήγορος του Πολίτη περιγράφει ως «οιονεί σταθμό»;

Έξι μήνες μετά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μία γενική ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ υπηρεσιών. Η αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών έχει ήδη κάνει το πρώτο κρίσιμο βήμα, βεβαιώνοντας ότι άδεια λειτουργίας σταθμού δεν έχει εκδοθεί. Το επόμενο βήμα είναι να αποσαφηνιστεί ποια είναι η νομική και διοικητική βάση της σημερινής λειτουργίας του σημείου και ποιος φορέας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο και την εφαρμογή της νομοθεσίας.

Είναι πλέον θέμα θεσμικής ευθύνης. Όχι για να στοχοποιηθεί κάποιος, αλλά για να σταματήσει η διοικητική ασάφεια. Όταν μια αρμόδια υπηρεσία βεβαιώνει ότι άδεια δεν υπάρχει και ταυτόχρονα ένας δημόσιος χώρος χρησιμοποιείται επί μήνες ως αφετηρία λεωφορείων, η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να απαντήσει με σαφήνεια ποια απόφαση επιτρέπει αυτή τη χρήση και ποιος έχει την αρμοδιότητα να την ελέγξει.

Αυτό είναι πλέον το πραγματικό ερώτημα της υπόθεσης στη Σάμο. Όχι αν υπάρχει άδεια λειτουργίας σταθμού — αυτό έχει ήδη απαντηθεί. Αλλά ποιος και με ποια διοικητική πράξη έχει καθορίσει τη συγκεκριμένη αφετηρία, ποια είναι η νόμιμη βάση της χρήσης του δημόσιου χώρου και ποιος φορέας έχει την ευθύνη να ελέγξει ότι η πραγματικότητα συμβαδίζει με τον νόμο.

Μετά από έξι μήνες, η κοινωνία δικαιούται μια απάντηση που να περιλαμβάνει συγκεκριμένη απόφαση, συγκεκριμένη αρμοδιότητα και συγκεκριμένη ευθύνη. Και αυτή τη φορά, όχι άλλη αλληλογραφία.