25 Αυγούστου 2026

Όταν το ΕΣΥ δεν μπορεί να κρατήσει τους ανθρώπους του, το κόστος το πληρώνει ο πολίτης

 

Η συζήτηση για τους μισθούς στο ΕΣΥ συνήθως παρουσιάζεται ως ένα ακόμη αίτημα των εργαζομένων για καλύτερες αποδοχές. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερη.

Όταν ένας νοσηλευτής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ξεκινά με περίπου 850 ευρώ τον μήνα, ένας βοηθός νοσηλευτή με περίπου 750 ευρώ και ένας τραυματιοφορέας με περίπου 700 ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή ένας γιατρός μπορεί να αμείβεται με λιγότερα από 2.000 ευρώ, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι εργαζόμενοι αμείβονται δίκαια. Είναι αν το ίδιο το κράτος μπορεί να προσελκύσει και να διατηρήσει το προσωπικό που χρειάζεται για να λειτουργήσουν τα νοσοκομεία του.

Και εδώ βρίσκεται η τρίτη διάσταση του προβλήματος.


Δεν μιλάμε πλέον μόνο για έναν μισθό που δεν επαρκεί για να καλύψει το κόστος ζωής. Μιλάμε για ένα σύστημα στο οποίο οι χαμηλές αποδοχές μπορούν να μετατραπούν σε άγονες προκηρύξεις, σε δυσκολία στελέχωσης και τελικά σε μεγαλύτερη πίεση για όσους παραμένουν μέσα στο ΕΣΥ.

Η ΠΟΕΔΗΝ επισημαίνει ότι οι χαμηλές αμοιβές οδηγούν εργαζομένους προς τον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό, ενώ οι προκηρύξεις για θέσεις προσωπικού και γιατρών μένουν χωρίς επαρκές ενδιαφέρον.

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο.

Λιγότερο προσωπικό σημαίνει μεγαλύτερη επιβάρυνση για εκείνους που υπηρετούν ήδη. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση κάνει το επάγγελμα λιγότερο ελκυστικό. Η μειωμένη ελκυστικότητα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις προσλήψεις. Και στο τέλος, η συνέπεια δεν περιορίζεται στους εργαζομένους.

Φτάνει στην πόρτα του νοσοκομείου.

Ο πολίτης που περιμένει να εξυπηρετηθεί, ο ασθενής που χρειάζεται νοσηλεία, η οικογένεια που αναζητά έναν γιατρό, έναν νοσηλευτή ή ένα οργανωμένο τμήμα δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ύψος του κρατικού μισθολογίου. Ενδιαφέρεται αν το νοσοκομείο θα έχει επαρκές προσωπικό όταν το χρειαστεί.

Γι' αυτό και η συζήτηση για το μισθολογικό του ΕΣΥ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως συνδικαλιστικό ζήτημα.

Είναι ζήτημα λειτουργίας του κράτους.

Ένα δημόσιο σύστημα υγείας δεν μπορεί να βασίζεται στην υπόθεση ότι οι εργαζόμενοί του θα παραμένουν στις θέσεις τους ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες. Ούτε μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι ένας νέος γιατρός ή νοσηλευτής θα επιλέξει το ΕΣΥ όταν οι οικονομικές απολαβές απέχουν σημαντικά από τις πραγματικές ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Και υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη: η απουσία 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την πραγματική εικόνα των ετήσιων αποδοχών.

Άρα το ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα παίρνει ένας εργαζόμενος στο ΕΣΥ;».

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:

Πόσο κοστίζει τελικά στο κράτος ένας εργαζόμενος που δεν μπορεί να μείνει στο ΕΣΥ;

Γιατί η απώλεια ενός γιατρού ή ενός νοσηλευτή δεν είναι απλώς μια κενή θέση σε έναν πίνακα προσωπικού. Είναι εκπαίδευση που δεν αξιοποιείται, εμπειρία που χάνεται, μια θέση που μπορεί να παραμείνει κενή και μια υπηρεσία που καλείται να λειτουργήσει με λιγότερους ανθρώπους.

Και όταν αυτό συμβαίνει επαναλαμβανόμενα, το πρόβλημα παύει να είναι ατομικό.

Γίνεται συστημικό.

Η Ελλάδα μπορεί να συζητά για αυξήσεις, επιδόματα, προσλήψεις και κίνητρα. Όμως υπάρχει μια απλούστερη ερώτηση που πρέπει να προηγείται όλων:

Μπορεί ένας νέος άνθρωπος να χτίσει σήμερα τη ζωή του με τις αποδοχές που προσφέρει το ΕΣΥ;

Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε δεν έχουμε απλώς ένα μισθολογικό αδιέξοδο.

Έχουμε ένα αδιέξοδο στελέχωσης, το οποίο αργά ή γρήγορα μετατρέπεται σε αδιέξοδο δημόσιας υγείας.