24 Αυγούστου 2026

Σάμος: Εκατομμύρια, κλειστές δομές και μηδενικές επιστροφές



 Η πολιτική που εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου στηρίχθηκε σε μια βασική παραδοχή: ότι οι νέες δομές υποδοχής θα μπορούσαν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως χώροι υποδοχής, αλλά και ως μηχανισμοί κράτησης και επιστροφής προσφύγων και μεταναστών προς την Τουρκία, στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Τουρκίας.

Για τον σκοπό αυτό δαπανήθηκαν εκατομμύρια ευρώ για την κατασκευή και λειτουργία νέων δομών στην Κω, τη Λέρο και τη Σάμο. Οι εγκαταστάσεις σχεδιάστηκαν με προδιαγραφές που αντιστοιχούσαν σε ένα μοντέλο διαχείρισης το οποίο προϋπέθετε σημαντικό αριθμό επιστροφών προς την Τουρκία.

Στην πράξη, όμως, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική. Ελάχιστοι άνθρωποι κρατήθηκαν και οι επιστροφές προς την Τουρκία παρέμειναν εξαιρετικά περιορισμένες. Οι νεοεισερχόμενοι, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της διαδικασίας ασύλου τους, στη συντριπτική τους πλειονότητα προωθήθηκαν στην ενδοχώρα. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της επένδυσης σε υποδομές που σχεδιάστηκαν με επίκεντρο την υποδοχή, την κράτηση και την επιστροφή δεν ανταποκρίθηκε στον σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής σήμερα. Άνθρωποι που φτάνουν στην Κρήτη από τη Λιβύη μεταφέρονται στις δομές των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, παρότι η ίδια η διαδρομή εισόδου τους καθιστά διαφορετικό το νομικό και επιχειρησιακό πλαίσιο από εκείνο στο οποίο βασίστηκε ο αρχικός σχεδιασμός των δομών.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανήθηκαν, αλλά κυρίως αν αυτά τα χρήματα υπηρετούν σήμερα έναν λειτουργικό και αποτελεσματικό σχεδιασμό. Όταν μια υποδομή σχεδιάζεται για έναν συγκεκριμένο σκοπό και τελικά χρησιμοποιείται για έναν εντελώς διαφορετικό, τότε υπάρχει προφανώς πρόβλημα σχεδιασμού και αξιοποίησης δημόσιων πόρων.

Η πολιτική αυτή μπορεί να περιγραφεί ως επένδυση στην αποτροπή και στον φόβο. Πολιτικά, ίσως απέδωσε σε ένα μέρος της κοινής γνώμης, καλλιεργώντας την εικόνα ότι η αυστηροποίηση των μέτρων και η δημιουργία κλειστών δομών συνιστούν από μόνες τους αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική. Όμως καμία πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από την εικόνα που δημιουργεί. Πρέπει να κρίνεται και από τα αποτελέσματά της.

Και εδώ τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: Πόσες επιστροφές πραγματοποιήθηκαν; Πόσο κόστισαν οι υποδομές; Πόσο κόστισε η λειτουργία τους; Πόσο ανταποκρίνονται σήμερα στον αρχικό τους σχεδιασμό; Και ποιο είναι τελικά το αποτέλεσμα για τις τοπικές κοινωνίες, για τους ανθρώπους που διαμένουν στις δομές και για το ίδιο το κράτος;

Η ηθική, πολιτική και επιχειρησιακή αξιοπιστία ενός μοντέλου που συνδυάζει πάση θυσία αποτροπή και αναχαιτίσεις, κλειστές δομές, περιορισμό της ελευθερίας και προσδοκία μαζικών επιστροφών δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Κρίνεται από τα πραγματικά στοιχεία και από το αν οι στόχοι που τέθηκαν επιτεύχθηκαν.

Όταν οι επιστροφές δεν πραγματοποιούνται στον βαθμό που προϋπέθετε ο σχεδιασμός, όταν οι άνθρωποι τελικά μεταφέρονται στην ενδοχώρα και όταν οι ίδιες δομές χρησιμοποιούνται για πληθυσμούς που εισέρχονται από διαφορετικές διαδρομές, τότε είναι εύλογο να μιλάμε για ένα μοντέλο που έχει αποτύχει τουλάχιστον ως προς σημαντικές πλευρές του αρχικού του σχεδιασμού.



Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η πρόσφατη σύσκεψη στον Δήμο Ανατολικής Σάμου, με τη συμμετοχή του αντιπεριφερειάρχη Ελισαίου Μαυρατζώτη, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απάντηση στα πραγματικά προβλήματα. Χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις, στοιχεία, χρονοδιάγραμμα και ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον των δομών και των τοπικών κοινωνιών, υπάρχει ο κίνδυνος να παραμείνει μια ακόμη επικοινωνιακή διαδικασία.

Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι μόνο οι δομές. Είναι η πολιτική που τις δημιούργησε, οι παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν και η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις παραδοχές και την πραγματικότητα.

Μια πολιτική που χρειάζεται διαρκώς να επενδύει στον φόβο για να δικαιολογεί το κόστος της κινδυνεύει, αργά ή γρήγορα, να βρεθεί αντιμέτωπη με το ίδιο το αποτέλεσμα των επιλογών της. Γιατί όταν ο φόβος δεν μπορεί πλέον να καλύψει την επιχειρησιακή αναποτελεσματικότητα, το πολιτικό αφήγημα αρχίζει να καταρρέει μαζί με τα πραγματικά του αποτελέσματα.