Στην πολιτική, η μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι να θεωρεί ένα κυβερνών κόμμα ότι όποιος δεν θέλει την επιστροφή της αντιπολίτευσης θα ψηφίσει υποχρεωτικά το ίδιο. Η κάλπη, όμως, δεν λειτουργεί πάντα με αυτόν τον τρόπο. Υπάρχει και η ψήφος της προειδοποίησης. Η ψήφος εκείνου που δεν έχει αποφασίσει να αλλάξει κυβέρνηση, έχει όμως αποφασίσει ότι δεν θέλει να θεωρείται δεδομένος.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τη Νέα Δημοκρατία στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Όχι επειδή υπάρχει κατ’ ανάγκη ένα ενιαίο αντιπολιτευτικό ρεύμα που μπορεί να την ανατρέψει, αλλά επειδή μπορεί να δημιουργηθεί ένα πολύ ευρύτερο ρεύμα αποδοκιμασίας, αποτελούμενο από ψηφοφόρους με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες και διαφορετικές τελικές επιλογές.
Ο ένας μπορεί να κατευθυνθεί προς το ΠΑΣΟΚ, ο άλλος προς ένα κόμμα στα δεξιά της ΝΔ, κάποιος άλλος προς μια μικρότερη πολιτική δύναμη. Δεν χρειάζεται να συμφωνούν μεταξύ τους. Αρκεί να έχουν έναν κοινό στόχο για την πρώτη κάλπη: να μειώσουν τη δύναμη του πρώτου κόμματος και να στείλουν στην κυβέρνηση ένα μήνυμα που δεν θα μπορεί να αγνοήσει.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της λεγόμενης «τιμωρητικής ψήφου». Δεν είναι κατ’ ανάγκη ψήφος ανατροπής. Μπορεί να είναι ψήφος προειδοποίησης.
Ο ψηφοφόρος μπορεί να σκέφτεται ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί για τον ίδιο την πιο ασφαλή επιλογή σε επίπεδο διακυβέρνησης, αλλά ταυτόχρονα να θεωρεί ότι η κυβέρνηση έχει αρχίσει να λειτουργεί με υπερβολική αυτοπεποίθηση. Ότι η εξουσία έχει δημιουργήσει μια απόσταση από την καθημερινότητα. Ότι κάποια προβλήματα παραμένουν άλυτα ή αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακούς όρους. Και κυρίως ότι η πολιτική σταθερότητα δεν μπορεί να μεταφράζεται σε πολιτική ασυλία.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η οικονομία συναντά την πολιτική.
Η ακρίβεια παραμένει ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για τα νοικοκυριά. Το κόστος των τροφίμων, τα ενοίκια, η στέγαση, οι λογαριασμοί και η αίσθηση ότι το εισόδημα εξαντλείται πολύ πριν τελειώσει ο μήνας δημιουργούν μια κοινωνική πίεση που δεν εξαφανίζεται επειδή οι μακροοικονομικοί δείκτες εμφανίζονται καλύτεροι.
Όμως η κυβερνητική φθορά δεν εξαντλείται στην τσέπη.
Υπάρχει η καθημερινότητα του πολίτη, η λειτουργία του κράτους, το ΕΣΥ, η ασφάλεια, οι υποδομές, οι φυσικές καταστροφές, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Υπάρχουν επίσης τα ζητήματα θεσμών και λογοδοσίας, τα οποία μπορεί να μην απασχολούν όλους τους ψηφοφόρους με την ίδια ένταση, αλλά συμβάλλουν στη συνολική εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται πλέον σε μακρά περίοδο διακυβέρνησης.
Από το 2019 έχει μεσολαβήσει αρκετός χρόνος ώστε η Νέα Δημοκρατία να μην μπορεί πλέον να ζητά την ψήφο μόνο με βάση την υπόσχεση της αλλαγής. Είναι κυβέρνηση και κρίνεται ως κυβέρνηση.
Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά.
Στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση, ένας ψηφοφόρος μπορεί να αισθάνεται ότι έχει μεγαλύτερη ελευθερία να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του. Να μην επιλέξει απαραίτητα αυτόν που θέλει να κυβερνήσει, αλλά αυτόν που θέλει να ενισχύσει ώστε να περιορίσει την κυριαρχία της κυβέρνησης.
Το εκλογικό σύστημα κάνει αυτή την επιλογή ακόμη πιο σημαντική.
Το όριο του 25% για την ενεργοποίηση του μπόνους στο πρώτο κόμμα δεν είναι απλώς ένας αριθμός που ενδιαφέρει τους εκλογολόγους. Είναι ένα πραγματικό πολιτικό κατώφλι. Από τη στιγμή που το πρώτο κόμμα βρίσκεται πάνω από αυτό, ενεργοποιείται η κλιμακωτή ενίσχυση που μπορεί να γίνει καθοριστική για τη μετέπειτα κοινοβουλευτική αριθμητική.
Αν όμως η Νέα Δημοκρατία βρεθεί κάτω από το 25%, το σκηνικό αλλάζει.
Η πρώτη κάλπη γίνεται περισσότερο αναλογική ως προς την αποτύπωση των πολιτικών συσχετισμών και η δυνατότητα να μετατραπεί η πρωτιά σε ισχυρό κοινοβουλευτικό πλεονέκτημα περιορίζεται σημαντικά. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ΝΔ χάνει την κυβέρνηση. Σημαίνει όμως ότι χάνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα και ότι η δεύτερη κάλπη αποκτά πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα.
Και εδώ μπορεί να βρίσκεται η πραγματική πολιτική παγίδα.
Γιατί η πρώτη κάλπη μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια δεύτερη που θα διεξαχθεί με εντελώς διαφορετικούς όρους.
Την πρώτη Κυριακή ο ψηφοφόρος μπορεί να ψηφίσει με το συναίσθημα. Τη δεύτερη θα ψηφίσει με τα δεδομένα μπροστά του. Θα γνωρίζει ποιο κόμμα είναι πρώτο, ποια κόμματα έχουν περάσει το όριο του 3%, ποιοι είναι οι πραγματικοί συσχετισμοί και πόσο κοντά ή μακριά βρίσκεται η αυτοδυναμία.
Τότε η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί να δώσει τη θέση της στην ψήφο στρατηγικής.
Αυτό ακριβώς είναι που θα πρέπει να απασχολεί τη Νέα Δημοκρατία.
Όχι μόνο πόσοι ψηφοφόροι δηλώνουν ότι θα την ψηφίσουν σήμερα, αλλά πόσοι από αυτούς θα αισθανθούν ότι μπορούν να την «τιμωρήσουν» στην πρώτη κάλπη χωρίς να εγκαταλείψουν οριστικά την επιλογή της στη συνέχεια.
Γιατί ένας τέτοιος ψηφοφόρος είναι πολύ διαφορετικός από τον ψηφοφόρο που έχει μετακινηθεί οριστικά στην αντιπολίτευση.
Ο δεύτερος έχει κάνει επιλογή.
Ο πρώτος έχει αφήσει ανοιχτή την πόρτα, αλλά ζητά πρώτα από την κυβέρνηση να πληρώσει πολιτικό κόστος.
Και αυτό το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι μεγαλύτερο από όσο δείχνουν οι σημερινές δημοσκοπικές ισορροπίες.
Η ΝΔ έχει ένα ακόμη πρόβλημα: δεν υπάρχει ένας και μοναδικός αποδέκτης της δυσαρέσκειας. Η κοινωνική πίεση μπορεί να διαχυθεί σε πολλές πολιτικές κατευθύνσεις. Αυτό από τη μία πλευρά δυσκολεύει την αντιπολίτευση να συγκροτήσει ενιαίο κυβερνητικό ρεύμα. Από την άλλη όμως επιτρέπει στη δυσαρέσκεια να εκφραστεί χωρίς να χρειάζεται να υπάρξει κοινή αντιπολιτευτική πρόταση.
Αυτό είναι το παράδοξο.
Η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης μπορεί να εμποδίζει την άμεση δημιουργία εναλλακτικής κυβέρνησης, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να ενισχύει την ψήφο διαμαρτυρίας.
Και όσο περισσότερες πολιτικές «βαλβίδες» υπάρχουν, τόσο ευκολότερο είναι για έναν δυσαρεστημένο ψηφοφόρο να πει: «Δεν είμαι ακόμη έτοιμος να αλλάξω κυβέρνηση, αλλά είμαι έτοιμος να μειώσω το ποσοστό της».
Αυτό είναι το μήνυμα που θα πρέπει να διαβάσει προσεκτικά το Μέγαρο Μαξίμου.
Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για μια κυβέρνηση δεν είναι πάντοτε ο ψηφοφόρος που την έχει απορρίψει. Είναι εκείνος που μέχρι χθες την ψήφιζε, σήμερα αμφιβάλλει και αύριο μπορεί να αποφασίσει να της δώσει άλλη μία ευκαιρία — αλλά μόνο αφού πρώτα της στείλει έναν λογαριασμό στην κάλπη.
Η πολιτική φθορά άλλωστε δεν έρχεται πάντα με θόρυβο. Μπορεί να έρθει αθόρυβα, μέσα από μικρές μετακινήσεις, αποχές, ψήφους σε μικρότερα κόμματα και μια σταδιακή αποσύνδεση του ψηφοφόρου από την αίσθηση ότι η κυβέρνηση αποτελεί τη μοναδική ασφαλή επιλογή.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την αυτοδυναμία δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν η Νέα Δημοκρατία θα παραμείνει πρώτο κόμμα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι με ποιο ποσοστό θα παραμείνει πρώτο κόμμα και, κυρίως, πόσο μεγάλο θα είναι το κομμάτι του εκλογικού σώματος που θα επιλέξει στην πρώτη κάλπη να της αφαιρέσει δύναμη χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμη να της αφαιρέσει την εξουσία.
Εκεί μπορεί να κριθούν πολλά.
Γιατί μια κυβέρνηση μπορεί να επιβιώσει από μια προειδοποίηση.
Μπορεί όμως να δυσκολευτεί πολύ περισσότερο αν η προειδοποίηση γίνει μαζική.
Και τότε η πρώτη κάλπη δεν θα είναι απλώς μια καταγραφή της κυβερνητικής φθοράς.
Θα είναι το σημείο στο οποίο θα φανεί αν η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να έχει απέναντί της μια κοινωνία που θέλει να τη στηρίξει ή μια κοινωνία που πρώτα θέλει να της θυμίσει ότι καμία αυτοδυναμία δεν θεωρείται δεδομένη και καμία κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να θεωρεί δεδομένο τον πολίτη.
Αυτό ίσως είναι το πιο σκληρό μήνυμα της επόμενης κάλπης.
Και πιθανότατα το πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
