Η πρόσφατη τηλεοπτική εμφάνιση της αντιδημάρχου Τουρισμού Ανατολικής Σάμου στο Mega, με δηλώσεις περί «ενότητας», «αυθεντικότητας» και των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Σάμου, δεν προσέθεσαν τίποτα ουσιαστικό στην τουριστική προβολή του νησιού.
Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση έγινε με αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση της εικόνας της Σάμου, εύλογα αναρωτιόμαστε, γιατί τώρα;
Είμαστε αρχές Αυγούστου, όταν η τουριστική περίοδος βρίσκεται ήδη στην κορύφωσή της. Οι κρατήσεις έχουν ολοκληρωθεί εδώ και μήνες, οι επισκέπτες έχουν ήδη επιλέξει προορισμό και ήδη βρίσκονται στις διακοπές τους. Μια σύντομη τηλεοπτική συνέντευξη τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν επηρεάζει καμία τουριστική απόφαση, είναι επικοινωνιακά ανεπίκαιρη και πρακτικά ανώφελη, ενώ δείχνει σα να γεμίζει κενό τηλεοπτικό χρόνο.
Όπως επιλέγεται σε όλους τους εμπλεκόμενους με τον τουρισμό φορείς της χώρας, η τουριστική προβολή γίνεται το χειμώνα και την άνοιξη, όταν διαμορφώνεται η ζήτηση για την επόμενη σεζόν. Γίνεται στις διεθνείς εκθέσεις, στις πολύ προσεχτικά οργανωμένες έξυπνες και σύγχρονες καμπάνιες προβολής, στις συνεργασίες με αεροπορικές εταιρείες και tour operators, στα ταξίδια εξοικείωσης δημοσιογράφων και επαγγελματιών, στη συστηματική ψηφιακή προβολή και στις στοχευμένες δράσεις στις αγορές ενδιαφέροντος. Δεν γίνεται μεσούσης της υψηλής τουριστικής περιόδου, όταν τα ξενοδοχεία είναι ήδη γεμάτα, όταν οι τουρίστες ήδη χαλαρώνουν σε κάποια παραλία της Ελλάδας.
Η συνέντευξη της αντιδημάρχου σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού Mega, έρχεται ως συνέχεια της τάσης αυτοπροβολής του Τμήματος Τουρισμού του Δήμου Ανατολικής Σάμου και συνοδεύεται με ευχαριστίες σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Όμως ο Δήμος δεν είναι ένα τμήμα, ούτε ένας αιρετός, ούτε ένας υπάλληλος. Είναι ένας συλλογικός θεσμός και οφείλει να λειτουργεί και να εργάζεται ως τέτοιος, όχι ως ευκαιρία για προσωπικές δημόσιες σχέσεις, οι οποίες μάλιστα τείνουν να αποτελέσουν μέρος της τουριστικής πολιτικής.
Μετά από δυόμισι χρόνια διοίκησης, οι πολίτες και οι επαγγελματίες του τουρισμού έχουν κάθε δικαίωμα να αξιολογήσουν το πραγματικό αποτύπωμα της ασκούμενης πολιτικής και όχι τις επικοινωνιακές της εκφάνσεις.
Αναμφίβολα, οι αφίξεις εμφανίζουν αύξηση. Το ζητούμενο όμως δεν ήταν ποτέ μόνο οι αφίξεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο εισόδημα αφήνει ο επισκέπτης στη Σάμο.
Και εδώ η εικόνα απέχει αισθητά από την αισιοδοξία συγκεκριμένων θετικών φωνών και απόψεων οι οποίες, ως συνήθως, κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια.
Για παράδειγμα οι επαγγελματίες της εστίασης, - που αποτελούν τη μεγαλύτερη πίτα επιχειρήσεων στο νησί, - εκφράζουν σχεδόν καθημερινά τον προβληματισμό τους για μία εικόνα που μιλά από μόνη της. Στο Πυθαγόρειο και στο Κοκκάρι, τους δύο βασικούς τουριστικούς πυλώνες του νησιού, η κίνηση δε θυμίζει εκείνη των προηγούμενων ετών. Οι επισκέπτες κυκλοφορούν λιγότερο στην αγορά, παραμένουν μικρότερο χρονικό διάστημα σε χώρους εστίασης και εμπορικά καταστήματα και περιορίζουν αισθητά τις καταναλωτικές τους δαπάνες.
Με άλλα λόγια, οι κλίνες μπορεί να είναι γεμάτες, όμως η αγορά δεν κινείται με τους ίδιους ρυθμούς. Η αύξηση των αφίξεων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αύξηση της τοπικής οικονομίας. Μέχρι πρότινος ο Ιούλιος κατέγραφε άδεια τραπεζοκαθίσματα στην καρδιά του Πυθαγορείου. Εάν όντως η αύξηση των αφίξεων συνδέονταν με την αύξηση της καταναλωτικής διάθεσης τότε δε θα έπρεπε να πέφτει καρφίτσα στην περιοχή.
Ταυτόχρονα, η φετινή τουριστική εικόνα στηρίζεται, για άλλη μια χρονιά σε μεγάλο βαθμό, στην τουρκική αγορά, η οποία συμβάλει αδιαμφισβήτητα και καθοριστικά στη διατήρηση της επισκεψιμότητας του νησιού σε υψηλά επίπεδα.
Όμως, η σχεδόν μονομερής εξάρτηση ενός προορισμού από μία αγορά δεν αποτελεί αναπτυξιακή στρατηγική, ιδιαιτέρως όταν η προβολή της Σάμου στην Τουρκία είναι από μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Η πολύ κοντινή απόσταση με τη γείτονα, η φήμη των χαμηλότερων τιμών σε βασικά προϊόντα καθημερινής χρήσης, ακόμη και η ύπαρξη του super market Lidl είναι σημαντικά κίνητρα επίσκεψης των Τούρκων στο νησί μας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί σωρευτικά μια εύθραυστη ισορροπία, αφού οποιαδήποτε οικονομική, πολιτική, γεωπολιτική ή γενικότερη μεταβολή μπορεί να επηρεάσει άμεσα την απόδοση των αφίξεων στο νησί. Συμπερασματικά, ένας ισχυρός προορισμός οφείλει να διαθέτει πολυδιάστατη παρουσία στις διεθνείς αγορές και όχι να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μία πηγή επισκεπτών και μάλιστα αμφιβόλου αγοραστικής δυναμικής και αμφιβόλου ενδιαφέροντος για διακοπές.
Με λίγα λόγια, ο τουρισμός δεν αξιολογείται από τον αριθμό των τηλεοπτικών εμφανίσεων ούτε από τις προσωπικές συνεντεύξεις των αιρετών. Αξιολογείται από τη διεύρυνση των αγορών, από την αύξηση της κατά κεφαλήν τουριστικής δαπάνης, από την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και, κυρίως, από το οικονομικό όφελος που επιστρέφει στην τοπική κοινωνία και στον επιχειρηματικό κόσμο ευρύτερα.
Η Σάμος διαθέτει μοναδικά πλεονεκτήματα και αξίζει μια σύγχρονη, εξωστρεφή και τεκμηριωμένη τουριστική στρατηγική και προσέγγιση, όχι μια βόλτα στο Lidl την οποία μάλιστα ενσωματώνουν ως ατραξιόν στο πρόγραμμά τους οι δικοί μας τουριστικοί πράκτορες δημιουργώντας έτσι ένα βραχυπρόθεσμο, ιδιόμορφο προϊόν.
Χρειάζεται συνδυαστική και ουσιαστική επικοινωνιακή στρατηγική. Λιγότερη αυτοπροβολή και περισσότερη προβολή του ίδιου του τόπου.
Οι προσωπικές συνεντεύξεις δεν φέρνουν ανάπτυξη. Τα αποτελέσματα τη φέρνουν.