Το σοβαρό πρόβλημα της ακτοπλοϊκής τροφοδοσίας και του αυξημένου κόστους μεταφοράς εμπορευμάτων στη Σάμο έφτασε στη Βουλή, έπειτα από κοινοβουλευτική ερώτηση των βουλευτών Πόπης Τσαπανίδου και Αλέξανδρου Μεϊκόπουλου, καθώς και αναφορές των βουλευτών Μαρίας Αθανασίου και Στέλιου Τσιρώνη, οι οποίοι μετέφεραν την αγωνία του Επιμελητηρίου Σάμου και της τοπικής αγοράς.
Η επιστολή του Επιμελητηρίου ήταν απολύτως συγκεκριμένη. Περιέγραφε καθυστερήσεις στην τροφοδοσία του νησιού, αυξημένο κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων και σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη Χίο και τη Λέσβο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν, το κόστος μεταφοράς ανά μέτρο φορτηγού προς τη Σάμο ανέρχεται στα 76,5 ευρώ, όταν για τη Χίο και τη Μυτιλήνη ανέρχεται στα 49,18 ευρώ, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και τελικά για τους ίδιους τους καταναλωτές.
Οι βουλευτές ζήτησαν από τον υπουργό Ναυτιλίας Βασίλη Κικίλια να εξηγήσει γιατί η Σάμος αντιμετωπίζει τόσο υψηλό κόστος μεταφοράς, γιατί υπάρχουν λιγότερες δυνατότητες εμπορευματικού εφοδιασμού σε σχέση με άλλα νησιά του Βορείου Αιγαίου και αν προτίθεται να λάβει μέτρα για την ενίσχυση των δρομολογίων και τη μείωση του κόστους.
Ωστόσο, η απάντηση του υπουργείου δεν έδωσε ουσιαστικές απαντήσεις στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα.
Αντί να εξηγήσει γιατί υπάρχει αυτή η μεγάλη διαφορά στο κόστος μεταφοράς, ο υπουργός παρέθεσε μια αναλυτική καταγραφή των ακτοπλοϊκών δρομολογίων που εξυπηρετούν τη Σάμο, τόσο των ελεύθερων όσο και των επιδοτούμενων, καθώς και το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την απελευθέρωση των ναύλων.
Πουθενά όμως δεν υπάρχει απάντηση για το γιατί η Σάμος πληρώνει ακριβότερα από τη Χίο και τη Λέσβο. Δεν παρουσιάζεται καμία συγκριτική οικονομική ανάλυση, δεν εξετάζεται η βασιμότητα των καταγγελιών του Επιμελητηρίου, ούτε ανακοινώνεται κάποιο συγκεκριμένο μέτρο που θα μειώσει το κόστος ή θα αυξήσει τα εμπορευματικά δρομολόγια.
Η μόνη αναφορά του υπουργείου είναι ότι η αρμόδια υπηρεσία «προβαίνει σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων ενίσχυσης της ακτοπλοϊκής εμπορευματικής σύνδεσης», χωρίς όμως να προσδιορίζεται ποια είναι αυτά τα μέτρα, πότε θα εφαρμοστούν και ποιο αποτέλεσμα αναμένεται να έχουν.
Παράλληλα, το υπουργείο επικαλείται το καθεστώς της απελευθέρωσης των ναύλων, σημειώνοντας ότι στις συγκεκριμένες γραμμές οι τιμές καθορίζονται ελεύθερα από τις ακτοπλοϊκές εταιρείες. Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν απαντά στο βασικό πολιτικό ερώτημα που τέθηκε στη Βουλή: τι κάνει η κυβέρνηση όταν μια ακριτική νησιωτική περιοχή επιβαρύνεται σημαντικά περισσότερο από άλλες αντίστοιχες περιοχές της χώρας.
Η Σάμος αποτελεί ένα νησί με ιδιαίτερη οικονομική και γεωγραφική σημασία. Το αυξημένο μεταφορικό κόστος επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις, την ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας και τελικά τις τιμές που πληρώνουν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες. Για τον λόγο αυτό, οι τοπικοί φορείς ζητούν εδώ και καιρό ουσιαστικές παρεμβάσεις και όχι απλή περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης.
Η κοινοβουλευτική διαδικασία ανέδειξε ένα πραγματικό πρόβλημα. Η κυβερνητική απάντηση, όμως, περιορίστηκε κυρίως στην παράθεση δρομολογίων και νομικών διατάξεων, αφήνοντας αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα που έθεσαν οι βουλευτές και το Επιμελητήριο Σάμου. Έτσι, το ζήτημα του υψηλού κόστους μεταφοράς και της ισότιμης μεταχείρισης της Σάμου εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό.
