8 Ιουνίου 2026

Σάμος: Σχεδιάζουμε το μέλλον του τουρισμού ή τη διατήρηση της στασιμότητας

 


Με βασικό ζητούμενο το πώς αντιλαμβάνεται η τοπική αυτοδιοίκηση το μέλλον της Σάμου ως τουριστικού προορισμού πραγματοποιήθηκε η διαπαραταξιακή διαβούλευση στον Δήμο Ανατολικής Σάμου για το νέο χωροταξικό πλαίσιο του τουρισμού. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ η επίσημη προθεσμία διαβούλευσης φέρεται να έχει ολοκληρωθεί στις 25 Μαΐου, η αντιδήμαρχος Τουρισμού κ. Θωμασούλη υποστήριξε ότι έχει δοθεί σιωπηρή παράταση, πληροφορία η οποία μένει να επιβεβαιωθεί από τα αρμόδια υπουργεία.

Το υπόμνημα που αποφασίστηκε να αποσταλεί στο Υπουργείο Τουρισμού περιλαμβάνει σειρά προτάσεων για τη χωροταξική και επενδυτική αντιμετώπιση της Σάμου. Ωστόσο η συνολική φιλοσοφία που αποτυπώνεται στο κείμενο προκαλεί σοβαρό προβληματισμό, καθώς δίνει την εντύπωση ότι η συζήτηση περιστρέφεται περισσότερο γύρω από τη διαχείριση του φόβου απέναντι στην ανάπτυξη παρά γύρω από τη δημιουργία προϋποθέσεων για την προσέλκυση επενδύσεων και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας. 


Η κυρίαρχη λογική των προτάσεων φαίνεται να είναι η διατήρηση ενός εξαιρετικά ήπιου μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης, με περιορισμένη δόμηση, αυστηρές προϋποθέσεις και αυξημένες επιφυλάξεις απέναντι σε νέες επενδύσεις. Όλα αυτά στηρίζονται σε μια διαρκή ανησυχία για πιθανές περιβαλλοντικές πιέσεις ακόμη και σε περιοχές όπου δεν παρατηρείται κανένα φαινόμενο υπερτουρισμού.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι πώς μπορεί ένα νησί να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο από την τουριστική αγορά όταν η βασική του στρατηγική μοιάζει να είναι η διαρκής προσθήκη νέων περιορισμών στην αναπτυξιακή διαδικασία και προσδοκία; 

Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα έχει ήδη προσελκύσει επενδυτικά κεφάλαια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ στον τουρισμό και τις υποδομές, με διεθνείς αλυσίδες, νέα brands και σύνθετα έργα που αναμένεται να αλλάξουν τον χάρτη της ελληνικής φιλοξενίας. https://www.naftemporiki.gr/business/2103424/theodoros-tzoyros-trapeza-peiraios-sta-120-150-dis-eyro-ektimatai-to-ependytiko-kyma-tin-epomeni-dekaetia/

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Σάμος δείχνει να συζητά κυρίως πώς θα περιορίσει τις δυνατότητες ανάπτυξής της αντί να εξετάζει με ποιον τρόπο θα αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόταση να ευνοηθεί η ανάπτυξη μικρών τουριστικών καταλυμάτων, (σε εκτάσεις τεσσάρων στρεμμάτων), εντός οικισμών ώστε να αποτραπεί η διάσπαρτη δόμηση στην ύπαιθρο. Η προσέγγιση ακούγεται λογική σε θεωρητικό επίπεδο. Στην πράξη όμως η εικόνα των οικισμών της Σάμου είναι διαφορετική.
Η μεγάλη κατάτμηση των ιδιοκτησιών και η έλλειψη διαθέσιμων εκτάσεων αντίστοιχου μεγέθους, ( τεσσάρων στρεμμάτων), δημιουργούν αντικειμενικούς περιορισμούς για την υλοποίηση τέτοιων σχεδίων. 

Αντίστοιχα ζητήματα προκύπτουν και από τις προτάσεις μετατροπής παλαιών αρχοντικών ή βιομηχανικών κτιρίων σε τουριστικά καταλύματα μέσω αυξημένων συντελεστών δόμησης. Πολλά από τα συγκεκριμένα κτίρια είτε είναι ήδη διατηρητέα είτε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τέτοια, γεγονός που συνεπάγεται συγκεκριμένους περιορισμούς από την κείμενη νομοθεσία. Συνεπώς η ουσία της συζήτησης δεν βρίσκεται στις καλές προθέσεις αλλά στην πραγματική δυνατότητα εφαρμογής των προτάσεων.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης η πρόταση διαφοροποίησης των όρων ανάπτυξης μεταξύ νότιας, δυτικής, βόρειας και ορεινής Σάμου. Εδώ γεννάται μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με το κατά πόσο ο Δήμος Ανατολικής Σάμου μπορεί να διατυπώνει εισηγήσεις που αφορούν άμεσα περιοχές της Δυτικής Σάμου

Παράλληλα οι συγκρίσεις μεταξύ περιοχών παραβλέπουν κρίσιμα δεδομένα.
Το Πυθαγόρειο για παράδειγμα δεν περιορίζεται μόνο από πολεοδομικούς όρους αλλά και από ένα σύνθετο πλέγμα αρχαιολογικών και θεσμικών δεσμεύσεων. Ως εκ τούτου η συζήτηση για τα τέσσερα ή τα οκτώ στρέμματα αποκτά περιορισμένη σημασία όταν υφίστανται εκ των προτέρων αυστηροί περιορισμοί χρήσεων και δραστηριοτήτων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο οικισμός Καρπόβολος, αν και αναμένεται να καθοριστεί με προεδρικό διάταγμα, παρουσιάζει, καιρό τώρα, μια ιδιαίτερα αυξημένη οικοπεδική τιμολογιακή πολιτική σε μικρής έκτασης ιδιοκτησίες, με αποτέλεσμα να μην προσελκύει επενδυτές. Ακόμη και οι γνωστοί τοπικοί "παίχτες" δε φαίνεται να δείχνουν ενδιαφέρον.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η απουσία μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την κρουαζιέρα. Την ώρα που απέναντι στο Κουσάντασι η κρουαζιέρα αποτελεί εδώ και δεκαετίες βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας, η Σάμος εξακολουθεί να συζητά κυρίως τις αδυναμίες της αντί να παρουσιάζει ένα σαφές σχέδιο ανάκτησης μεριδίου αγοράς. Παραμένουν μάλιστα ανοιχτά ζητήματα που χρήζουν απαντήσεων. Υπήρξε ή όχι ειδική συμφωνία το 2023 με εταιρεία κρουαζιέρας για την προσέγγιση πλοίων στη Σάμο; Συνδέονται ή όχι οι περίπου 21.000 επιβάτες κρουαζιέρας του 2025 με εκείνη τη συνεργασία; Οι απαντήσεις έχουν σημασία διότι η αξιολόγηση μιας πολιτικής δεν γίνεται με βάση τις προθέσεις αλλά με βάση τα αποτελέσματά της. Εντούτοις, η μεγαλύτερη και συχνότερη αποβίβαση τουριστών κρουαζιέρας δε χρειάζεται μόνο υποδομή, αλλά και ανάλογο τουριστικό προϊόν. Είναι αποδεδειγμένο δε ότι, οι επισκέπτες κρουαζιέρας είναι low budget τουρίστες, που αρκούνται στα αναμνηστικά δωράκια. 

Ανάλογο προβληματισμό προκαλούν και οι προτάσεις για την ανάπτυξη του yachting στον λιμένα Πυθαγορείου. Η δημιουργία πρόσθετων θέσεων ελλιμενισμού, οι παρεμβάσεις σε υποδομές και η φιλοξενία mega yachts αποτελούν στόχους που ακούγονται ελκυστικοί. Το κρίσιμο όμως ζήτημα είναι κατά πόσο μπορούν να συμβαδίσουν με το ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας της περιοχής. Το Πυθαγόρειο δεν αποτελεί απλώς ένα λιμάνι αλλά τμήμα ενός μνημειακού συνόλου διεθνούς σημασίας που έχει ενταχθεί στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Οι κανόνες που διέπουν τέτοιους χώρους δεν περιορίζονται στις εγκρίσεις του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου αλλά συνδέονται με διεθνείς δεσμεύσεις που αφορούν την ακεραιότητα, τη διατήρηση και τη διαχείριση του μνημείου
Υπό αυτό το πρίσμα η πρόταση μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Πολιτισμού προς το Υπουργείο Τουρισμού εγείρει σημαντικά ζητήματα ως προς τη συμβατότητά της με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά σε περιοχές όπως το Ποσειδώνιο, το Κλήμα, το Κασονήσι και η Σαμιοπούλα όπου προτείνεται η δημιουργία οργανωμένων αγκυροβολίων. Στο σημείο αυτό καταγράφεται μια εμφανής αντίφαση. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις προβάλλεται ως κυρίαρχο επιχείρημα η ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος από νέες τουριστικές παρεμβάσεις, στους συγκεκριμένους φυσικούς κολπίσκους η συζήτηση μετατοπίζεται προς την αξιοποίησή τους. Το γεγονός αυτό δημιουργεί την εικόνα μιας επιλεκτικής προσέγγισης και εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, ως προς την εφαρμογή των ίδιων περιβαλλοντικών κριτηρίων.

Στο κείμενο των προτάσεων γίνεται επίσης εκτενής αναφορά σε «έντονο δημογραφικό πρόβλημα». Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία οδηγούν σε μια πιο σύνθετη ανάγνωση της πραγματικότητας. Η Σάμος έχει παρουσιάσει σημαντική πληθυσμιακή μεταβολή τις τελευταίες δεκαετίες και ως εκ τούτου δεν προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα περί δημογραφικής κατάρρευσης. Η ουσιαστική συζήτηση ίσως θα έπρεπε να αφορά όχι μόνο τον αριθμό των κατοίκων αλλά κυρίως την ποιότητα των θέσεων εργασίας, τις υποδομές και τις προοπτικές παραμονής των νέων στο νησί οι οποίες θα πρέπει να εξασφαλίζουν τα κίνητρα, για παράδειγμα, που υιοθετούν η Ρόδος, η Νάξος, η Κεφαλονιά και η Κέρκυρα.

Το βασικό συμπέρασμα που αναδύεται από το υπόμνημα είναι η προσήλωση σε ένα μοντέλο ήπιου και μικρής κλίμακας τουρισμού. Πρόκειται ασφαλώς για μια θεμιτή επιλογή. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο επαρκεί ως μοναδική αναπτυξιακή στρατηγική. Η Σάμος διαθέτει ήδη δεκάδες παραδείγματα μικρών και μεσαίων τουριστικών επιχειρήσεων που είτε υπολειτουργούν είτε εγκαταλείφθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει οργανωμένος σύλλογος ενοικιαζόμενων δωματίων μαρτυρά την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης επιχειρηματικότητας. Η ύπαρξη μιας μικρής μονάδας δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση βιωσιμότητας. Από την άλλη πλευρά η συλλήβδην απόρριψη μεγαλύτερων επενδυτικών σχεδίων στερεί από το νησί τη δυνατότητα να εξετάσει εναλλακτικά μοντέλα ανάπτυξης υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και μεγαλύτερης διεθνούς προβολής.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του υπομνήματος δεν είναι οι επιμέρους προτάσεις του αλλά η συνολική φιλοσοφία που το διαπερνά. Δίνει την εντύπωση ότι επιχειρεί να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας ανάπτυξης που ακόμη δεν υπάρχει αντί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να υπάρξει. Η Σάμος δεν αντιμετωπίζει σήμερα φαινόμενα υπερτουρισμού. Αντιθέτως σε αρκετές περιοχές εξακολουθεί να αναζητά τη θέση της στο διεθνή τουριστικό χάρτη. Διαθέτει μοναδικά πλεονεκτήματα, τον Κέρκη, το Πυθαγόρειο, τη σαμιακή γαστρονομία, το κρασί, τον πολιτισμό, το φυσικό τοπίο και μια ιστορία παγκόσμιας εμβέλειας. Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην προστασία και την ανάπτυξη αλλά να βρει τον τρόπο να συνδυάσει και τα δύο.

Οι κοινωνίες που προοδεύουν δεν είναι εκείνες που αντιμετωπίζουν κάθε επένδυση με καχυποψία αλλά εκείνες που διαθέτουν το σχέδιο, τη γνώση και την αυτοπεποίθηση να κατευθύνουν τις επενδύσεις προς όφελος του τόπου τους. Και αυτό απαιτεί όχι μόνο όραμα αλλά και θεσμική τόλμη. Το χωροταξικό του τουρισμού δεν είναι πολιτικό μανιφέστο ούτε άσκηση ιδεολογικής καθαρότητας. Είναι εργαλείο ανάπτυξης. Και η ανάπτυξη δεν παράγεται στα δημοτικά έδρανα αλλά στην πραγματική οικονομία, από ανθρώπους που επενδύουν, δημιουργούν θέσεις εργασίας και αναλαμβάνουν το ρίσκο. Παραδόξως, αυτοί είναι συνήθως οι τελευταίοι που ακούγονται όταν σχεδιάζεται το μέλλον του τόπου. 
Αξίζει επίσης να πληροφορηθεί η τοπική κοινωνία αν κλήθηκε έστω ένας εκπρόσωπος των νέων τουριστικών επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Σάμο.
 Κλήθηκε η διεθνής εταιρεία που αναλαμβάνει τη νέα πεντάστερη μονάδα στο Μαλαγάρι; Κλήθηκαν οι επενδυτές του νέου τετράστερου ξενοδοχείου στην Ψιλή Άμμο; 
Διότι είναι τουλάχιστον παράδοξο να συζητείται το μέλλον του τουρισμού χωρίς τη συμμετοχή εκείνων που επενδύουν ήδη στο μέλλον του τόπου!