Σύμφωνα με την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, ο τουρισμός συνδέεται άμεσα τόσο με την επιδείνωση της κλιματικής κρίσης όσο και με τις συνέπειές της, καθώς σημαντικό μέρος των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σχετίζεται με τις μετακινήσεις και την τουριστική κατανάλωση.
Σχεδόν το 50% των παγκόσμιων μετακινήσεων συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τουριστικές δραστηριότητες, ενώ ο τουρισμός εκτιμάται ότι ευθύνεται για περίπου το 8% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι αυξημένες θερμοκρασίες, η ξηρασία, η διάβρωση των ακτών, η απώλεια φυσικών πόρων και η συχνότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τις τουριστικές δραστηριότητες, να αυξήσουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και να μεταβάλουν την ελκυστικότητα ολόκληρων περιοχών. Παράλληλα, ενδέχεται να προκαλέσουν μετατόπιση των τουριστικών ροών προς βορειότερες ευρωπαϊκές χώρες κατά τους θερινούς μήνες.
Για την Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των τουριστικών οικονομιών που αναμένεται να επηρεαστούν έντονα από την κλιματική αλλαγή. Τα φαινόμενα καύσωνα και τα ακραία καιρικά γεγονότα επηρεάζουν τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά. Στην πλευρά της ζήτησης καταγράφεται τάση μετατόπισης των διακοπών εκτός των θερμότερων θερινών μηνών, ενώ οι νεότερες γενιές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε βιώσιμες μορφές ταξιδιού, μικρότερους προορισμούς και επιλογές που προστατεύουν το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον.
Στην πλευρά της προσφοράς, η έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη μετάβασης σε υποδομές και υπηρεσίες χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξοικονόμηση πόρων, διαχείριση αποβλήτων και οικολογικά υλικά. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως ο πολιτιστικός, ο περιπατητικός, ο ιαματικός και ο οικοτουρισμός.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στο φαινόμενο του υπερτουρισμού, το οποίο ορίζεται ως η υπερβολική συγκέντρωση επισκεπτών που επηρεάζει αρνητικά τόσο την ποιότητα ζωής των κατοίκων όσο και την εμπειρία των ίδιων των τουριστών. Η έκθεση σημειώνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά και τις χωρικές, χρονικές και διαχειριστικές ανισορροπίες που δημιουργούν οι τουριστικές ροές.
Μεταξύ των βασικών αιτίων του υπερτουρισμού αναφέρονται η αύξηση της παγκόσμιας τουριστικής ζήτησης, οι αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, οι ψηφιακές πλατφόρμες κρατήσεων, ο τουρισμός κρουαζιέρας και οι διαδικτυακές πλατφόρμες αξιολόγησης προορισμών. Παράλληλα, η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδιασμού και διακυβέρνησης εντείνει τις πιέσεις σε δημοφιλείς περιοχές.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, ο υπερτουρισμός επιβαρύνει το περιβάλλον, αυξάνει την κατανάλωση φυσικών πόρων, επιταχύνει τη φθορά υποδομών και πολιτιστικών μνημείων και μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους στέγασης και αλλοίωση της φυσιογνωμίας των τοπικών κοινωνιών. Μακροπρόθεσμα, η συμφόρηση και η υποβάθμιση της εμπειρίας των επισκεπτών ενδέχεται να περιορίσουν την ανταγωνιστικότητα των προορισμών.
Ωστόσο, η έκθεση καταλήγει ότι η Αθήνα δεν παρουσιάζει σήμερα ενδείξεις υπερτουρισμού σε σύγκριση με άλλους μεγάλους αστικούς προορισμούς της ευρωζώνης, όπως το Άμστερνταμ, η Βιέννη, η Βενετία και η Βαρκελώνη, όπου καταγράφονται μεγαλύτερες πιέσεις από τις τουριστικές ροές.
Παρά την αύξηση των αφίξεων, η Αττική κατατάσσεται χαμηλά στους σχετικούς δείκτες, ενώ η έντονη εποχικότητα δημιουργεί περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης εκτός της παραδοσιακής θερινής περιόδου. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη συνεχών επενδύσεων σε δίκτυα ενέργειας, ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριμμάτων και μέσα μαζικής μεταφοράς, ώστε να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του προορισμού.
Πηγή: money-tourism.gr
