37.000 κυβικά μέτρα από τέσσερα ρέματα για το οδικό έργο της Σάμου
Τα έγγραφα, οι παλιές νομιμοποιήσεις, οι περιβαλλοντικές εγκρίσεις και το ερώτημα των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ
Την ώρα που συνεχίζονται οι εργασίες στο έργο βελτίωσης της Εθνικής Οδού Σάμος – Καρλόβασι, νέα στοιχεία φέρνουν στο προσκήνιο μια απόφαση με σημαντικές τεχνικές, περιβαλλοντικές αλλά και οικονομικές διαστάσεις: την έγκριση απόληψης περίπου 37.000 κυβικών μέτρων λίθινων και φερτών υλικών από τέσσερα υδατορέματα της Σάμου για την εξυπηρέτηση του έργου.
Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί σε χιλιάδες φορτία βαρέων οχημάτων και η οποία προορίζεται να καλύψει ανάγκες ενός από τα μεγαλύτερα δημόσια έργα οδοποιίας που υλοποιούνται σήμερα στο νησί.
Το θέμα όμως δεν περιορίζεται στην ποσότητα των υλικών.
Τα ερωτήματα αφορούν το πώς ελήφθη η απόφαση, ποια τεχνικά δεδομένα τη στήριξαν, αν προβλεπόταν στον αρχικό σχεδιασμό του έργου και ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα από τη χρήση υλικών που προέρχονται από φυσικά ρέματα αντί από ιδιωτικά λατομεία.
Η απόφαση για τα τέσσερα ρέματα
Σύμφωνα με έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Σάμου, εγκρίθηκε η λήψη πλεονάζοντος λίθινου υλικού από τέσσερα διαφορετικά ρέματα του νησιού.
Οι ποσότητες που αναφέρονται είναι:
15.000 κυβικά μέτρα από το Κερκήτειο Ρέμα Καρλοβάσου,
15.000 κυβικά μέτρα από το Ρέμα Φουρνιώτη,
5.000 κυβικά μέτρα από το Ρέμα Πλατανάκια,
2.000 κυβικά μέτρα από το Ρέμα Πεταλίδων.
Συνολικά δηλαδή περίπου 37.000 κυβικά μέτρα υλικών.
Στο ίδιο έγγραφο γίνεται επίκληση του άρθρου 68 του Ν. 4839/2021 καθώς και του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που εξακολουθεί να ισχύει στη Σάμο μετά τον σεισμό της 30ής Οκτωβρίου 2020.
Η διοίκηση αντιμετωπίζει τα υλικά αυτά ως «πλεονάζοντα» υλικά που μπορούν να αξιοποιηθούν για δημόσιο έργο.
Ωστόσο, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί οι μελέτες που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό αυτό.
Το έργο δημοπρατήθηκε με άλλη παραδοχή
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρώτο μεγάλο ερώτημα.
Στα συμβατικά τεύχη του έργου προβλεπόταν ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν θα παραχωρούσε στον ανάδοχο λατομεία ή πηγές λήψης υλικών και ότι τα αδρανή θα προέρχονταν από νόμιμα λειτουργούντα λατομεία. Οι τιμές του έργου υπολογίστηκαν με βάση αυτή τη θεμελιώδη παραδοχή.
Αυτό σημαίνει ότι όταν το έργο σχεδιάστηκε, μελετήθηκε και δημοπρατήθηκε, η πηγή προμήθειας των υλικών ήταν συγκεκριμένη: τα λατομεία.
Στη συνέχεια όμως εμφανίζεται μια διαφορετική πραγματικότητα.
Τα υλικά προέρχονται από τέσσερα φυσικά ρέματα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό.
Είναι και οικονομικό.
Ποια ήταν η διαφορά κόστους μεταξύ της αγοράς χιλιάδων κυβικών μέτρων από ιδιωτικά λατομεία και της αξιοποίησης υλικών από τα ρέματα;
Αποτυπώθηκε αυτή η διαφορά στους λογαριασμούς του έργου;
Υπήρξε τροποποίηση συμβατικών ποσοτήτων;
Συντάχθηκε Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών;
Ενημερώθηκαν οι χρηματοδοτικές αρχές;
Μέχρι στιγμής τα στοιχεία αυτά δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα.
Ένα έργο με ιστορικό νομιμοποιήσεων
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έργο διαθέτει μακρά διοικητική ιστορία.
Το 2013 το Υπουργείο Οικονομικών προχώρησε στη νομιμοποίηση έργων που είχαν ήδη εκτελεστεί χωρίς άδεια μέσα στη ζώνη αιγιαλού στην περιοχή της Εθνικής Οδού Σάμος – Καρλόβασι. Η απόφαση αναφέρει ρητά ότι πρόκειται για έργα που είχαν κατασκευαστεί χωρίς την απαιτούμενη άδεια και αφορούσαν εργασίες βελτίωσης και προστασίας της οδού. Η συνολική επιφάνεια των έργων που νομιμοποιήθηκαν έφτανε τα 5.898,97 τετραγωνικά μέτρα.
Ακολούθησε απόφαση παραχώρησης 15.038,69 τετραγωνικών μέτρων αιγιαλού για τις ανάγκες του έργου.
Λίγους μήνες αργότερα παραχωρήθηκε επιπλέον θαλάσσιος χώρος έκτασης 26.579,72 τετραγωνικών μέτρων για έργα προστασίας και βελτίωσης της ίδιας οδικής αρτηρίας.
Οι αποφάσεις αυτές δείχνουν το μέγεθος και τη σημασία του έργου, αλλά και το γεγονός ότι απαιτήθηκαν αλλεπάλληλες διοικητικές παρεμβάσεις για την υλοποίησή του.
Υπήρχε περιβαλλοντική αδειοδότηση
Τα επίσημα έγγραφα αποδεικνύουν ότι το έργο δεν είναι περιβαλλοντικά «ακάλυπτο».
Ήδη από το 2007 είχε εκδοθεί Κοινή Υπουργική Απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, η οποία βασιζόταν σε Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του 2006 για το συγκεκριμένο τμήμα της Εθνικής Οδού.
Επιπλέον, στις μεταγενέστερες αποφάσεις αναφέρεται ότι είχαν γνωμοδοτήσει θετικά δεκάδες υπηρεσίες και φορείς, μεταξύ των οποίων:
η Ειδική Υπηρεσία Περιβάλλοντος,
το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού,
η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων,
η ΚΑ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων,
ο ΕΟΤ,
το ΣΧΟΠ,
ο Δήμος Σάμου,
υπηρεσίες της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν υπάρχουν εγκρίσεις για το έργο.
Το ερώτημα είναι αν οι εγκρίσεις αυτές καλύπτουν και την απομάκρυνση 37.000 κυβικών μέτρων από τέσσερα ρέματα ή αν απαιτήθηκαν νέες εξειδικευμένες μελέτες.
Πού είναι οι υδρολογικές μελέτες;
Μέχρι σήμερα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί:
υδρολογικές μελέτες,
γεωμορφολογικές μελέτες,
μελέτες στερεοπαροχής,
στοιχεία ισοζυγίου φερτών υλών,
εκθέσεις παρακολούθησης των ποσοτήτων που αφαιρούνται,
πράξεις χαρακτηρισμού των υλικών ως πλεοναζόντων,
στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι η απομάκρυνση των υλικών δεν επηρεάζει τη φυσική λειτουργία των ρεμάτων ή τη διάβρωση των ακτών.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Σε νησιωτικά οικοσυστήματα όπως της Σάμου, τα ρέματα αποτελούν φυσικούς μηχανισμούς μεταφοράς φερτών υλών προς τις ακτές.
Η αφαίρεση μεγάλων ποσοτήτων υλικών μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία αυτή, γι' αυτό και συνήθως απαιτείται εξειδικευμένη τεχνική τεκμηρίωση.
Το ερώτημα των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ
Πέρα όμως από τις περιβαλλοντικές διαστάσεις, υπάρχει και ένα ερώτημα που αφορά ευθέως το δημόσιο χρήμα.
Αν το έργο δημοπρατήθηκε με πρόβλεψη προμήθειας αδρανών υλικών από λατομεία και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν περίπου 37.000 κυβικά μέτρα υλικών από τέσσερα ρέματα, ποια ήταν η οικονομική διαφορά μεταξύ των δύο λύσεων;
Πόσο θα κόστιζε η αγορά αυτής της ποσότητας από ιδιωτικά λατομεία;
Πόσο κόστισε τελικά η λήψη και μεταφορά των υλικών από τα ρέματα;
Υπήρξε εξοικονόμηση πόρων;
Και αν ναι, πού αποτυπώνεται αυτή;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι δευτερεύουσες.
Αφορούν τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, τη διαφάνεια στη λειτουργία της διοίκησης και τη δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν αποφάσεις που επηρεάζουν τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και τον δημόσιο προϋπολογισμό.
Μέχρι να δοθούν οι σχετικές μελέτες, οι οικονομικοί υπολογισμοί και οι διοικητικές πράξεις που στήριξαν την επιλογή των 37.000 κυβικών μέτρων, το ερώτημα θα παραμένει ανοιχτό:
Γιατί εγκαταλείφθηκε στην πράξη η λύση των λατομείων και επιλέχθηκαν τα υλικά από τέσσερα φυσικά ρέματα της Σάμου;
