Καλά και άξια τα συγχαρητήρια προς τους αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση, όμως κάποια στιγμή πρέπει να υπάρξει σοβαρή και ουσιαστική συζήτηση για το διαρκές φαινόμενο των διαρροών πληροφοριών προς συγκεκριμένους «φιλικούς» δημοσιογράφους πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι επίσημες διαδικασίες και ανακοινώσεις της ΕΛ.ΑΣ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, έχει πλέον δημιουργηθεί η αίσθηση πως πρόκειται για μια πάγια τακτική που επαναλαμβάνεται σχεδόν μετά από κάθε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι τέτοιου είδους πληροφορίες δύσκολα μπορούν να φτάσουν σε δημοσιογράφους χωρίς πρόσβαση από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα ή υπηρεσιακούς παράγοντες που γνωρίζουν εκ των προτέρων τις εξελίξεις.
Το γεγονός ότι πέντε ημέρες πριν από την επίσημη ανακοίνωση υπήρχαν ήδη δημοσιεύματα με λεπτομέρειες της υπόθεσης, με αναφορές σε συλλήψεις, πρόσωπα και την πορεία της έρευνας, γεννά σοβαρά ερωτήματα. Ποιος έδωσε αυτές τις πληροφορίες; Με ποιο δικαίωμα; Και κυρίως, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν τέτοιες διαρροές μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο ολόκληρη την επιχείρηση και την ασφάλεια των αστυνομικών που συμμετέχουν σε αυτή;
Οι αστυνομικοί που εργάζονται μήνες ολόκληρους πάνω σε δύσκολες και επικίνδυνες υποθέσεις αξίζουν σεβασμό και προστασία του έργου τους — όχι να βλέπουν την προσπάθειά τους να μετατρέπεται σε πεδίο προσωπικής προβολής ορισμένων που επιδιώκουν δημόσιες σχέσεις και επικοινωνιακά οφέλη. Οι επιχειρήσεις αυτές απαιτούν μυστικότητα, επαγγελματισμό και απόλυτο συντονισμό. Όταν πληροφορίες διαρρέουν πριν την ώρα τους, δεν κινδυνεύει μόνο η επιτυχία της υπόθεσης, αλλά και ανθρώπινες ζωές.
Κάποιοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν σοβαρές αστυνομικές επιχειρήσεις ως ευκαιρία για δημόσιες σχέσεις και “αποκλειστικά” σε επιλεγμένα μέσα ενημέρωσης. Όμως η Αστυνομία δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, ούτε να υπάρχουν δημοσιογράφοι που ενημερώνονται πρώτοι, πριν ακόμη υπάρξει επίσημη ενημέρωση προς τους πολίτες και τους ίδιους τους υπηρετούντες αστυνομικούς.
Αν πραγματικά υπάρχει βούληση για διαφάνεια και σοβαρότητα, τότε εκτός από τα συγχαρητήρια για τις επιτυχίες, θα πρέπει επιτέλους να αναζητηθούν και οι υπεύθυνοι αυτών των διαρροών. Γιατί όσο αυτές συνεχίζονται χωρίς καμία συνέπεια, τόσο θα ενισχύεται η πεποίθηση ότι όχι μόνο είναι γνωστές “από ψηλά”, αλλά πιθανόν και ανεκτές.
