Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
Στον δρόμο εμφανίστηκε το περιπολικό της τροχαίας. Τα μπλε φώτα άναψαν και σταμάτησαν το αυτοκίνητο.
Ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο με ένα χαμόγελο που το είχε χρησιμοποιήσει πολλές φορές σε προεκλογικές συγκεντρώσεις.
«Καλησπέρα σας, αλκοτέστ», είπε ο αστυνομικός.
Ο οδηγός κοντοστάθηκε. Δεν ήταν ένας απλός οδηγός.
Ήταν αιρετός. Από αυτούς που στις ομιλίες λένε:
«Ο νόμος πρέπει να ισχύει για όλους».
Όταν όμως είδε το μηχάνημα, η έμπνευση ήρθε γρήγορα:
«Μισό λεπτό παιδιά… δεν οδηγούσα εγώ. Η γυναίκα μου οδηγούσε.»
Οι αστυνομικοί κοιτάχτηκαν.
Ο ένας ψιθύρισε στον άλλον:
«Περίεργο… πριν λίγο τον είδα να βγαίνει από τη θέση του οδηγού.»
Ο άλλος απάντησε χαμηλόφωνα:
«Ναι, αλλά μην ξεχνάς… στην πολιτική πολλοί οδηγούν από τη θέση του συνοδηγού.»
Η ιστορία πήρε τον δρόμο της.
Βρέθηκε ο «υπαίτιος», γράφτηκαν τα χαρτιά, πήγαν όλοι στο τμήμα.
Εκεί ο αξιωματικός σήκωσε το βλέμμα από τον φάκελο και είπε:
«Ξέρετε, κύριε… το αλκοτέστ μετράει αλκοόλ.»
Ο αιρετός ανακουφίστηκε.
«Το άλλο όμως», συνέχισε ο αξιωματικός,
«μετράει κάτι πιο δύσκολο.»
«Τι πράγμα;»
«Πόσο εύκολα αλλάζει ο οδηγός όταν πλησιάζει ο νόμος.»
Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή.
Και κάπου εκεί ένας αστυνομικός σχολίασε:
«Τελικά στην Ελλάδα υπάρχουν δύο τιμόνια…
ένα για το αυτοκίνητο
και ένα για την ευθύνη.»
Και το δεύτερο, συνήθως,
κανείς δεν θέλει να το κρατήσει.
