8 Μαρτίου 2026

ΤΕΜΠΗ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Άρθρο Δικηγόρου, Χρήστου Γκουγκουρέλα.

 


Πριν λίγες μέρες, ανήμερα της θλιβερής επετείου του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών, χιλιάδες κόσμου σε όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας, και όχι μόνο, βγήκαν ξανά σε δρόμους και πλατείες προκειμένου να βροντοφωνάξουν με φωνή στεντόρεια για το αυτονόητο: ‘‘Δικαιοσύνη’’!

Πέρασαν ήδη τρία χρόνια από την αποφράδα βραδιά της 28ης Φεβρουαρίου του 2023 και ήδη ο κύκλος των δικών έχει ‘‘ανοίξει’’ (εννοώ ότι διεξάγεται στο παρόν η δίκη για τα περίφημα βίντεο), αλλά οι συγγενείς των θυμάτων τουλάχιστον σε ένα πράγμα ομονοούν: Στο ότι ο κύκλος των δικών αυτών δεν περιλαμβάνει όλα τα καταγγελλόμενα απ’ αυτούς αδικήματα, τα οποία είναι εξόχως σοβαρά και μέγιστης ποινικής απαξίας, όπως δεν περιλαμβάνει και όλο το φάσμα των προσώπων που έπρεπε να ‘‘καθίσουν’’, για τον ‘‘σωστό’’ λόγο και για τη σωστή’’ νομική αιτία, στο εδώλιο των κατηγορουμένων.


‘‘Λυδία λίθος’’ της υπόθεσης, όπως εξήγησα όσο καλύτερα γινόταν (ίδετε το άρθρο μου ‘‘Η εκταφή των θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών κατά την ΕΣΔΑ και η ιδιαίτερη σημασία της’’, https://olympiobima.gr/i-ektafi-thymaton-tou-dystychimatos-ton-tebon-kata-tin-esda-kai-i-idiaiteri-simasia-tis/), υπήρξε η εκταφή των σωρών των θυμάτων με σκοπό να γίνουν οι απαραίτητες τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις που με επιστημονική τεκμηρίωση θα έφερναν στο ‘‘φως’’ το τι ακριβώς ήταν εκείνο που προκάλεσε την πυρόσφαιρα από την οποία κάηκαν και απανθρακώθηκαν τα σώματα πολλών από τους μοιραίους επιβάτες. Το δε ‘‘φως’’ αυτό θα αναδείκνυε και μια οριστική, πειστική και τεκμηριωμένη πρωτίστως, ‘‘απάντηση’’ και στο μέγα ζήτημα της μετά το δυστύχημα ‘‘αποκατάστασης του πεδίου’’ από συγκεκριμένα θεσμικά πρόσωπα, ένα ζήτημα που έχει να κάνει άμεσα με την ίδια τη δημοκρατία στη χώρα… 

Είναι γνωστό ότι οι δικαστικοί λειτουργοί που εξαρχής χειρίστηκαν την υπόθεση αμφισβητήθηκαν σφόδρα από τους συγγενείς των θυμάτων, διότι οι χειρισμοί τους θεωρήθηκε απ’ αυτούς ότι οδηγούσαν τα πράγματα προς συγκεκριμένες, επιθυμητές για την εκτελεστική εξουσία ‘‘κατευθύνσεις’’ και πάντως δεν συνέτειναν στο να αποκαλυφθεί η πλήρης αλήθεια, υπό το κράτος της οποίας θα αποδίδονταν, εν συνεχεία, νομικώς και ουσιαστικώς, οι πραγματικές ποινικές ευθύνες στους πραγματικά υπεύθυνους. Κάποιοι δε από τους δικαστικούς λειτουργούς μηνύθηκαν, από τα πρώτα στάδια της υπόθεσης μέχρι και πολύ πρόσφατα, για τα πεπραγμένα τους στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης του εγκλήματος.

Όπως, όμως, και να είχε χειριστεί την πολύκροτη υπόθεση η ομάδα των δικαστικών λειτουργών που επιλήφθηκε αλλά και όποια ‘‘μομφή’’ και αν εις βάρος τους ‘‘αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα’’ από τους ‘‘χαροκαμένους’’ συγγενείς, ακόμη και η πιο σοβαρή και πιο προσβλητική, η ελληνική Δικαιοσύνη είχε στη διάθεσή της, μέχρι και 3 χρόνια από το τραγικό συμβάν, μια ‘‘Κολυμβήθρα του Σιλωάμ’’ που ουδέποτε, ωστόσο, χρησιμοποίησε: την εκταφή των σωρών των θυμάτων που απανθρακώθηκαν, την εκταφή των σωρών που επιβαλλόταν με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και (φυσικά) σύμφωνα με στοιχειώδεις, κομβικούς κανόνες της ποινικής μας δικονομίας, οι οποίοι εφαρμόζονται στο στάδιο της ανάκρισης και γενικά της συλλογής αποδείξεων για τις εξεταστέες αξιόποινες πράξεις.

Μάλιστα, την άνω δυνατότητα, της οποίας χρήση θέλησαν να κάνουν οι συγγενείς και αιτήθηκαν περί ταύτης επίμονα, με κορύφωση την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι στην πλατεία Συντάγματος, η Δικαιοσύνη, όπως ισχυρίζονται οι οικείοι των θυμάτων, την ‘‘παρακώλυσε’’. Στο ‘‘κυνήγι’’ της αλήθειας και της εμπεριστατωμένης τεκμηρίωσής της, ζητήθηκε οι τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις να γίνουν σε εξειδικευμένα εργαστήρια του εξωτερικού αλλά, περιέργως πως, η συγκεκριμένη Εισαγγελέας δέχθηκε να γίνουν εξετάσεις μόνο σε ημεδαπά εργαστήρια και μόνο για λόγους ταυτοποίησης και προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι εκταφιαζόμενοι είχαν καταναλώσει τα τελευταία λεπτά της ζωής τους… αλκοόλ! 

Οι απορίες, λοιπόν, είναι πολλές και τα ερωτήματα ‘‘καυτά’’. Όμως κάποιος θα μπορούσε να αντιπαραθέσει το γεγονός ότι οι εκταφές μετά το πέρας της τριετίας από τους θανάτους επιτρέπονται (άρ. 2§2 ΠΔ 210/1975). Οι συγγενείς μπορούν, κινώντας τη σχετική διαδικασία, να αναλάβουν τις σωρούς των δικών τους ανθρώπων και να απευθυνθούν σε ιδιωτικά εργαστήρια που επιθυμούν, και του εξωτερικού ασφαλώς, για να διακριβώσουν αν κάποια και ποια ακριβώς ‘‘υλικά’’ προξένησαν την πυρόσφαιρα που είχε ως συνέπεια να απανθρακωθούν οι απολεσθέντες οικείοι τους. 

Όμως είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο μετά από 3 χρόνια υπάρχουν βάσιμες πιθανότητες και ασφαλή επιστημονικά περιθώρια, ώστε οι τοξικολογικές και βιοχημικές εξετάσεις να μπορούν όντως να οδηγήσουν σε ακλόνητα συμπεράσματα. Και, από την άλλη, είναι σίγουρο ότι τα δικαστήρια αποδίδουν διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα σε ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες και εκθέσεις ιδιωτών τεχνικών συμβούλων απ’ ότι σε πιστοποιημένα από δημόσιους φορείς αποτελέσματα εξετάσεων, τα οποία συνήθως εκλαμβάνονται ως έχοντα ισχυρότερο ‘‘αποδεικτικό έρμα’’.

Μοιάζει, επομένως, στην τελευταία ευκαιρία που υπήρχε για απόδοση πραγματικής δικαιοσύνης, και εννοώ την εκταφή των σωρών ορισμένων από τα θύματα, η αλήθεια να απομακρύνεται από την επιφάνεια και μάλλον να ‘‘βυθίζεται’’, όπως ίσως είχαν ‘‘βυθιστεί’’ βαθιά στον τόπο του δυστυχήματος μετά το λεγόμενο ‘‘μπάζωμα’’ και πολλά από τα ‘‘πειστήρια’’ που θα την έκαναν να ‘‘λάμψει’’.

Στα αυτιά μου, ωστόσο, ακόμη ηχούν οι φωνές του πλήθους: ‘‘Δικαιοσύνη, μόνο Δικαιοσύνη’’. Στον απόηχο, λοιπόν, των πανελλαδικών συλλαλητηρίων της περασμένης εβδομάδας, σκεπτόμενος συνεχώς για τη ‘‘Δικαιοσύνη’’, ήρθαν αυτόματα στο μυαλό μου δύο όρκοι, δύο όρκοι που στην ουσία περιγράφουν ευθέως το τι όφειλαν και οφείλουν να πράξουν αυτοί που κλήθηκαν και θα κληθούν (μια που άνοιξε ο κύκλος των δικών για τα Τέμπη) να αποδώσουν δικαιοσύνη.

Κατά πρώτον, οι πτυχιούχοι Νομικής με υψωμένο το χέρι και με ζωηρή φωνή λένε όταν ορκίζονται: ‘‘Του Πτυχίου της Νομικής Σχολής αξιωθέντες, όρκον ομνύωμεν…  προς την αλήθειαν και το δίκαιον αποβλέποντες και τον βίον ανυψούντες εις τύπον αρετής υπό την σκέπην της σοφίας’’. Οι δε δικαστές, από την άλλη, όταν αποφοιτούν από τη Σχολή Δικαστών ορκίζονται να είναι ‘‘πιστοί στην Πατρίδα, να σέβονται το Σύνταγμα, τους νόμους του Κράτους και τα ψηφίσματα της Βουλής, να εκπληρώνουν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους, να προστατεύουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, να υπερασπίζονται τις ελευθερίες των πολιτών και να απονέμουν δικαιοσύνη με αμεροληψία, χωρίς φόβο ή χάρη, με συνείδηση και αφοσίωση στην αποστολή τους’’.

Οι άνω όρκοι, λοιπόν, μας λένε και δη μας λένε βοερά ότι τουλάχιστον στη σφαίρα της δεοντολογίας Δικαιοσύνη είναι η συνεχής και αγόγγυστη προσπάθεια να έρθουν στην επιφάνεια και να καταφαθούν τα ‘‘τω όντι συμβεβηκότα’’, να αποκαλύπτεται το τι πραγματικά έγινε και να συλλέγονται ισχυρές και απρόσβλητες αποδείξεις περί της αλήθειας των πραγμάτων με τελικό στόχο όταν αυτή η αλήθεια των πραγμάτων υπαχθεί, κατά τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, στους σχετικούς με την υπόθεση κανόνες δικαίου, να είναι σε θέση ο δικάζων να ‘‘παραγάγει’’ με απόλυτη ανεξαρτησία, με αμεροληψία, χωρίς φόβο ή χάρη και με πλήρη ευσυνειδησία, μια ‘‘δίκαιη κρίση’’ και να την επιβάλλει δια της δύναμης που τον έχει ‘‘εξοπλίσει’’ η θεσμικά συντεταγμένη δικαστική εξουσία, την οποία υπηρετεί.

Δικαιοσύνη είναι ο αγώνας για την επικράτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας, της αλήθειας που με την ακατανίκητη, μέσα από τις ‘‘αποδείξεις’’, ισχύ της ‘‘νικάει’’ και παραμερίζει τα όποια ‘‘αφηγήματα’’ για την υπόθεση μιας δίκης, τις όποιες ‘‘θεωρίες’’ που προς το συμφέρον τους θέλουν να γίνουν πιστευτές οι διάδικοι και τους όποιους ‘‘στρεψόδικους’’ και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, απ’ όπου κι αν αυτοί προβάλλονται. Δικαιοσύνη σε μια δημοκρατία είναι η υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ο σεβασμός των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, η άσκηση των οποίων (δικαιωμάτων) δεν πρέπει επ’ ουδενί να κωλύεται, να  αλλοιώνεται ή, πολύ περισσότερο, να ‘‘εξοβελίζεται’’ ή να ‘‘καταπατάται’’ στο όνομα και προς ‘‘όφελος’’ των ‘‘συμφερόντων’’ οποιουδήποτε και ιδίως των ‘‘ισχυρών’’. 

Στην υπόθεση των Τεμπών, λοιπόν, η εκταφή των σωρών ήταν ίσως, κατά την άποψη τουλάχιστον των συγγενών των θυμάτων, μια ‘‘τελευταία ευκαιρία’’ για δικαιοσύνη, μια ευκαιρία που οι εξελίξεις δείχνουν, υπό τη συγκεκριμένη στάση που τήρησαν συγκεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί, ότι μοιάζει να απόλλυται (μάλλον;) οριστικά.  

Αν ισχύει όμως αυτή η διαπίστωση, εδώ, κατά τη γνώμη μου,  ακόμη και πριν την έκδοση της πρώτης, πρωτόδικης απόφασης του πρώτου δικαστηρίου επί του κύκλου των δικών που άνοιξε και θα συνεχιστεί, ‘‘παγιώνεται’’ η κύρια ‘‘αποτυχία’’ της ελληνικής Δικαιοσύνης, ως σώματος και ως πολιτειακού θεσμού, στην όλη υπόθεση των Τεμπών. Το πιο πιθανό, λοιπόν, είναι οι όποιες δικαστικές αποφάσεις εκδοθούν επί του άνω κύκλου των δικών για τα Τέμπη να μην καταφέρουν να ‘‘σβήσουν’’, να ‘‘νικήσουν’’ και να παραμερίσουν (για να επικαλεστώ τις συγκεκριμένες λέξεις που αμέσως πιο πάνω χρησιμοποίησα) κανένα από τα δύο κυρίαρχα ‘‘αφηγήματα’’ που αναπτύχθηκαν συν τω χρόνω για το δυστύχημα και τη ‘‘συγκάλυψή’’ του, ήτοι αφενός το ‘‘συστημικό’’, αυτό που ‘‘υιοθέτησε’’ και πρόβαλε η εκτελεστική κυρίως εξουσία και η κορυφή της και αφετέρου (και αυτό είναι το άκρως καθοριστικό και ουσιώδες) το άλλο, το τελείως αντίθετο, αυτό που υποστηρίζουν και έκαναν και κάνουν κάθε προσπάθεια να τεκμηριώσουν και να αποδείξουν οι συγγενείς των θυμάτων. 

Αυτό που λέω, επομένως, είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις που θα εκδοθούν για την όλη υπόθεση, έτσι όπως τουλάχιστον λένε οι συγγενείς των θυμάτων ότι τους ‘‘φέρθηκε’’ η ελληνική Δικαιοσύνη, ως θεσμοθετημένη εξουσία, και έτσι όπως αυτή αντιμετώπισε και χειρίστηκε τα επιμέρους ζητήματα και ιδίως το μέγα θέμα της συλλογής, προσπόρισης, κατοχύρωσης και τεκμηρίωσης των αποδείξεων προς ανάδειξη της απόλυτης αλήθειας, δεν πρόκειται να πείσουν την κοινή γνώμη, ή έστω ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της, ότι τελικά με την ‘‘αποκάλυψη των όντως συμβεβηκότων’’ αποδίδουν το δίκαιο και δη σε όλους, όσοι ευθύνονται και γι’ αυτό ακριβώς που ευθύνονται.

Η ‘‘αποτυχία’’ αυτή όμως θα αφήνει πάντα ‘‘ανοικτή’’ τη συζήτηση για την ‘‘αλήθεια των Τεμπών’’ και δη θα της προσδώσει, κατά τη γνώμη μου, και τον χαρακτήρα διαχρονικής ιστορικότητας, μια που ίσως η συζήτηση αυτή δεν θα ‘‘κλείσει’’, αλλά αντιθέτως θα παραμένει ‘‘ανοικτή’’, ακόμη και μετά την έκδοση της τελευταίας αμετάκλητης απόφασης επί της τελευταίας δίκης του κύκλου των δικών για τα Τέμπη. Η ‘‘πληγή’’ στο κύρος της Δικαιοσύνης, υπό τη μορφή της αμφισβήτησής της από τους πολίτες, όπως καταγράφεται και σε σοβαρές δημοσκοπήσεις και όπως τη ζούμε πολλοί από εμάς, είναι ήδη ‘‘βαθιά’’. 

Και, δυστυχώς, είναι μια ‘‘πληγή’’ για την ίδια τη δημοκρατία, όπως πολλοί υποστηρίζουν. Αν η Δικαιοσύνη, ως δικαιοδοτική διαδικασία, δεν ‘‘νικήσει’’ αυτά που η ίδια ίσως θεωρεί ως ‘‘αφηγήματα’’ και ‘‘θεωρίες’’, και δη με την ανάδειξη και την ατράνταχτη και απόλυτη τεκμηρίωση της αλήθειας, είναι έως και αναπόφευκτο να επικρατήσει τελικώς, ως ήδη μέχρι τώρα σχεδόν επικράτησε στην κοινή γνώμη, η αντίληψη ότι εν προκειμένω αυτή ‘‘υπαλληλοποιήθηκε’’, ως ‘‘διεκπεραιώτρια άνωθεν εντολών’’, και ότι (εν προκειμένω)  τελούσε, και δη μέχρι τέλους, σε ‘‘σχέση ιεραρχίας’’ υπό την εκτελεστική εξουσία, η οποία ‘‘ήθελε’’ και ‘‘θέλει’’ για συγκεκριμένους μόνο ένα ‘‘συγκεκριμένο δικανικό αποτέλεσμα’’.

Οι νομικοί καταλαβαίνουμε καλά ότι μια τέτοια αντίληψη, για ακόμη μια φορά θα πω ‘‘δυστυχώς’’, είναι άκρως διαβρωτική όχι μόνο για την εικόνα της Δικαιοσύνης, ως θεσμού, για την αξιοπρεπή και κατά το Σύνταγμα και τους νόμους λειτουργία της και εν κατακλείδι για την ίδια την αξιοπιστία και την αποδοχή της από τους Έλληνες πολίτες, αλλά είναι, παράλληλα, και άκρως διαβρωτική για τα θεμέλια της ίδιας της Δημοκρατίας στη χώρα. Τις λαϊκές, λοιπόν, στιχομυθίες και τις (λαϊκές) εξιστορήσεις για το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, ακόμη και μετά από χρόνια από σήμερα, το πιο πιθανό είναι να τις συνοδεύει, έστω δια της ‘‘βουβής παρουσίας’’ της, η ‘‘σκιά του κακόψυχου αφεντικού’’, μια ‘‘σκιά’’ που τουλάχιστον στο ‘‘λαϊκό θυμικό’’, ειδικά όσον αφορά το θέμα του ‘‘μπαζώματος’’ και της ‘‘συγκάλυψης’’, ήδη ταυτίζεται και θα ταυτίζεται στο βάθος-βάθος των πραγμάτων με ένα συγκεκριμένο όνομα και ένα συγκεκριμένο επώνυμο….. 

Κατερίνη, 6/3/2026

  ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ