9 Μαρτίου 2026

Κατάλληλο χωρίς φάκελο; Σκιές στη διαδικασία επιλογής κτιρίου για τα Ειδικά Σχολεία Σάμου

 

Η διαδικασία με την οποία η Επιτροπή Καταλληλότητας έκρινε ως «κατάλληλο» το κτίριο που προορίζεται για τη στέγαση των Ειδικών Σχολείων της Σάμου προκαλεί σοβαρό προβληματισμό και εγείρει κρίσιμα ζητήματα νομιμότητας και διοικητικής ευθύνης.

Στο πρακτικό της συνεδρίασης της 18ης Φεβρουαρίου 2026 αναφέρεται ότι η επιτροπή κατέληξε «ομόφωνα» στο συμπέρασμα ότι το διώροφο κτίριο ιδιοκτησίας του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου είναι κατάλληλο για τη στέγαση του Ειδικού Νηπιαγωγείου, του Ειδικού Δημοτικού Σχολείου και του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ Σάμου.

Ωστόσο, ένα μεταγενέστερο επίσημο υπηρεσιακό έγγραφο μέλους της ίδιας επιτροπής αποκαλύπτει μια εικόνα που απέχει σημαντικά από αυτή που παρουσιάζεται στο πρακτικό. Στο έγγραφο αυτό δηλώνεται ρητά ότι δεν είναι δυνατόν να υπογραφεί το πρακτικό, καθώς κατά την αυτοψία δεν υπήρχε πλήρης φάκελος του κτιρίου ώστε να είναι δυνατή μια τεκμηριωμένη κρίση περί καταλληλότητας.

Συγκεκριμένα επισημαίνεται ότι από τον φάκελο του κτιρίου απουσίαζαν κρίσιμα στοιχεία τα οποία αποτελούν βασική προϋπόθεση για την αξιολόγηση οποιουδήποτε κτιρίου που προορίζεται για σχολική χρήση. Μεταξύ αυτών:

τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου
• πολεοδομικά στοιχεία και χρήσεις γης
• αρχιτεκτονικά σχέδια του κτιρίου
• στοιχεία νομιμότητας της κατασκευής
• τεχνικά στοιχεία στατικής επάρκειας
• πιστοποιητικό πυρασφάλειας
• πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης

Με απλά λόγια, η επιτροπή φέρεται να αξιολόγησε την καταλληλότητα ενός κτιρίου για σχολική χρήση χωρίς να έχει στη διάθεσή της τον πλήρη τεχνικό και πολεοδομικό φάκελο του κτιρίου.

Το ζήτημα αυτό δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια. Στο διοικητικό δίκαιο αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι κάθε διοικητική πράξη πρέπει να βασίζεται σε πλήρη και επαρκή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Η κρίση περί καταλληλότητας ενός κτιρίου – και μάλιστα για τη στέγαση σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής – δεν μπορεί να στηρίζεται σε ελλιπή ή αποσπασματικά δεδομένα.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά στο ίδιο έγγραφο ότι το συγκεκριμένο μέλος της επιτροπής δεν είχε λάβει γραπτή πρόσκληση συμμετοχής ούτε είχε οριστεί επισήμως πριν από τη διενέργεια της αυτοψίας. Παράλληλα επισημαίνεται ότι τα στοιχεία του φακέλου διαβιβάστηκαν εκ των υστέρων, μετά την πραγματοποίηση της αυτοψίας.

Εάν τα παραπάνω ισχύουν, προκύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο τηρήθηκαν οι βασικές προϋποθέσεις νόμιμης συγκρότησης και λειτουργίας της επιτροπής.

Την ίδια στιγμή, το ίδιο το πρακτικό καταγράφει ότι στο κτίριο εντοπίζονται ζητήματα που απαιτούν παρεμβάσεις, όπως υγρασίες, ανάγκη τεχνικών επισκευών, προβλήματα εξαερισμού και παρουσία τρωκτικών.

Παρά τις διαπιστώσεις αυτές, το πρακτικό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κτίριο είναι «αναγκαίο και κατάλληλο» για τη στέγαση των σχολείων.

Η αντίφαση είναι προφανής και γεννά εύλογες απορίες:

Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί κατάλληλο ένα σχολικό κτίριο όταν δεν έχει προηγηθεί πλήρης τεχνικός έλεγχος με βάση τα απαιτούμενα στοιχεία;
Πώς είναι δυνατόν να διατυπώνεται κρίση καταλληλότητας χωρίς να έχει εξεταστεί η πολεοδομική νομιμότητα και η στατική επάρκεια του κτιρίου;
Και κυρίως, πώς μπορεί να παρουσιάζεται ως «ομόφωνη» μια απόφαση όταν υπάρχει επίσημο υπηρεσιακό έγγραφο μέλους της επιτροπής που δηλώνει ότι αρνείται να την υπογράψει;

Το ζήτημα αυτό δεν αφορά απλώς μια τυπική διοικητική πράξη. Αφορά την ασφάλεια μαθητών με αναπηρία, εκπαιδευτικών και εργαζομένων που θα χρησιμοποιούν καθημερινά τον συγκεκριμένο χώρο.

Σε μια τόσο ευαίσθητη υπόθεση, η διοίκηση οφείλει να λειτουργεί με απόλυτη διαφάνεια και πλήρη τεχνική τεκμηρίωση.

Για τον λόγο αυτό τίθενται πλέον δημόσια κρίσιμα ερωτήματα προς τη δημοτική αρχή:

Ποιος είχε την ευθύνη συγκρότησης του πλήρους φακέλου του κτιρίου;
• Γιατί πραγματοποιήθηκε αυτοψία χωρίς τα απαραίτητα τεχνικά στοιχεία;
• Για ποιο λόγο προχώρησε η επιτροπή σε κρίση καταλληλότητας χωρίς πλήρη τεκμηρίωση;
• Πώς τεκμηριώνεται η «ομόφωνη» απόφαση όταν μέλος της επιτροπής δηλώνει εγγράφως ότι αρνείται να την υπογράψει;

Η τοπική κοινωνία δικαιούται σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις.

Η διασφάλιση της νομιμότητας και της ασφάλειας στις σχολικές εγκαταστάσεις δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πρόχειρων ή ατεκμηρίωτων διαδικασιών.

Όταν πρόκειται για τη στέγαση σχολείων – και μάλιστα σχολείων ειδικής αγωγής – η διοίκηση οφείλει να λειτουργεί με απόλυτη σοβαρότητα, πλήρη τεχνική τεκμηρίωση και απόλυτο σεβασμό στις αρχές της νομιμότητας και της διαφάνειας.