Η επιβολή του τέλους παρεπιδημούντων μπορεί να παρουσιάζεται ως «τεχνικό» ή «ουδέτερο» μέτρο, όμως στην πράξη το ερώτημα είναι ξεκάθαρο: ποιος τελικά πληρώνει;
Τυπικά, το τέλος επιβάλλεται στις επιχειρήσεις φιλοξενίας — ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, καταλύματα. Στην πραγματικότητα όμως, το κόστος αυτό μετακυλίεται άμεσα στους επισκέπτες, μέσα από αυξημένες τιμές διαμονής. Και όταν οι τιμές ανεβαίνουν, η αλυσίδα των συνεπειών δεν σταματά εκεί.
Ο τουρίστας πληρώνει περισσότερα, άρα συγκρίνει και επιλέγει πιο φθηνούς προορισμούς. Ο επαγγελματίας βλέπει τη ζήτηση να πιέζεται και τα περιθώρια να στενεύουν. Και τελικά, ολόκληρη η τοπική οικονομία —από την εστίαση μέχρι το εμπόριο— δέχεται το πλήγμα.
Με λίγα λόγια, το τέλος παρεπιδημούντων δεν το πληρώνει «κάποιος άλλος». Το πληρώνουν όλοι:
οι επισκέπτες, οι επαγγελματίες, και στο τέλος η ίδια η τοπική κοινωνία που εξαρτάται από τον τουρισμό.
Και αυτό είναι που καθιστά το μέτρο όχι απλώς άδικο, αλλά και βαθιά κοντόφθαλμο.
Σε μια περίοδο που η οικονομική πίεση εντείνεται λόγω διεθνών εξελίξεων και αυξανόμενης ακρίβειας, η δημοτική αρχή της Ανατολικής Σάμου επιλέγει να επικεντρωθεί σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και κοινωνικά άδικα μέτρα: την επιβολή τελών επί των ακαθαρίστων εσόδων και της διαμονής παρεπιδημούντων.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη αύξηση. Πρόκειται για μια βαθιά προβληματική πολιτική απόφαση που πλήττει τον πυρήνα της τοπικής οικονομίας. Το τέλος επί των ακαθαρίστων εσόδων επιβάλλεται ανεξαρτήτως κερδοφορίας — δηλαδή ακόμη και σε επιχειρήσεις που βρίσκονται στο όριο της επιβίωσης. Με άλλα λόγια, ο Δήμος δεν φορολογεί το κέρδος, αλλά την ίδια τη δραστηριότητα.
Αυτό σημαίνει ότι μικρές επιχειρήσεις, οικογενειακά καταστήματα και επαγγελματίες που ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένα κόστη σε ενέργεια, πρώτες ύλες και λειτουργικά έξοδα, καλούνται να πληρώσουν επιπλέον για έσοδα που δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε πραγματικό εισόδημα. Είναι μια πρακτική που στραγγαλίζει την επιχειρηματικότητα αντί να τη στηρίζει.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η επιβολή τέλους διαμονής παρεπιδημούντων. Σε έναν τόπο που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, το μέτρο αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά. Το κόστος μετακυλίεται στους επισκέπτες, καθιστώντας τη Σάμο λιγότερο ανταγωνιστική σε σχέση με άλλους προορισμούς που επιλέγουν να ενισχύσουν —και όχι να επιβαρύνουν— τον τουριστικό τους τομέα.
Η χρονική συγκυρία καθιστά τις αποφάσεις αυτές ακόμη πιο προβληματικές. Με τη διεθνή αβεβαιότητα να επηρεάζει τις μετακινήσεις και τις καταναλωτικές δυνατότητες, κάθε επιπλέον κόστος λειτουργεί ως αντικίνητρο. Αντί για πολιτικές ενίσχυσης, βλέπουμε επιλογές που ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της τουριστικής κίνησης και περαιτέρω οικονομική συρρίκνωση.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι η λογική που φαίνεται να κυριαρχεί: η εύκολη λύση της επιβολής τελών, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για τις συνέπειες. Χωρίς διάλογο, χωρίς σαφή αναπτυξιακή στρατηγική, χωρίς προστασία των πιο ευάλωτων.
Η επιβολή τελών στα ακαθάριστα έσοδα και στη διαμονή δεν είναι απλώς ένα οικονομικό μέτρο. Είναι μια επιλογή που δείχνει προτεραιότητες. Και, δυστυχώς, οι προτεραιότητες αυτές δεν φαίνεται να περιλαμβάνουν την επιβίωση και την προοπτική της τοπικής κοινωνίας.
