3 Φεβρουαρίου 2026

Συνταγματική αναθεώρηση: το ύστατο αφήγημα μιας κυβέρνησης σε αποδρομή

 

Όταν μια κυβέρνηση έχει αποτύχει στα ουσιώδη, όταν η κοινωνία βιώνει καθημερινά τις συνέπειες μιας πολιτικής που ευνοεί τους λίγους εις βάρος των πολλών, τότε η επίκληση των «μεγάλων θεσμικών αλλαγών» λειτουργεί ως τελευταίο πολιτικό καταφύγιο. Σε αυτή τη συνθήκη εντάσσεται η εξαγγελία του Κυριάκος Μητσοτάκης για την έναρξη διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης.


Μια κυβέρνηση που δεν κατάφερε να αναχαιτίσει την ακρίβεια, που άφησε το κοινωνικό κράτος να αποδυναμωθεί, που αντιμετώπισε την υγεία, την παιδεία και την εργασία με καθαρά λογιστικούς όρους, επιχειρεί τώρα να εμφανιστεί ως φορέας βαθιών μεταρρυθμίσεων. Όχι ως αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης ή ιστορικής ανάγκης, αλλά ως επικοινωνιακή επιλογή, την ώρα που η πολιτική φθορά γίνεται μη αναστρέψιμη.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι τεχνικό εγχείρημα ούτε πεδίο πολιτικού μάρκετινγκ. Απαιτεί κοινωνική νομιμοποίηση, θεσμική σοβαρότητα και κυρίως πολιτική αξιοπιστία. Προϋποθέτει μια εξουσία που έχει αποδείξει στην πράξη ότι υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο: μια διακυβέρνηση που ευθυγραμμίστηκε συστηματικά με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, μετακυλίοντας το κόστος των κρίσεων στους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τη μεσαία τάξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι εξαγγελίες έρχονται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αποδυνάμωσης. Τα ποσοστά και η κοινωνική απήχηση της Νέα Δημοκρατία συρρικνώνονται, ενώ η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην κυβέρνηση βαθαίνει. Όταν η καθημερινότητα γίνεται ασφυκτική, η εξουσία επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τα απτά αδιέξοδα της κοινωνίας σε αφηρημένα θεσμικά πεδία, ελπίζοντας σε πολιτικό συμψηφισμό.
Η επίκληση άρθρων για την ευθύνη υπουργών, την παιδεία ή τη λειτουργία των θεσμών δεν αρκεί για να πείσει. Ιδίως όταν η ίδια η κυβερνητική πρακτική έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον περιορισμένης λογοδοσίας και θεσμικής καχυποψίας. Οι πολίτες δεν κρίνονται πια από διακηρύξεις· κρίνουν με βάση την εμπειρία τους. Και η εμπειρία των τελευταίων ετών δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες ψευδαισθήσεις.
Έτσι, η συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει να μετατραπεί από κορυφαία δημοκρατική διαδικασία σε επικοινωνιακό αντιπερισπασμό. Σε μια ύστατη προσπάθεια να σωθεί μια πολιτική παρτίδα που έχει ήδη χαθεί στο κοινωνικό πεδίο. Γιατί κανένα θεσμικό περιτύλιγμα δεν μπορεί να καλύψει μια βαθιά κοινωνική αποτυχία.
Η κοινωνία δεν ζητά μεταρρυθμίσεις βιτρίνας ούτε αλλαγές κορυφής αποκομμένες από την πραγματικότητα. Ζητά πολιτική αλλαγή με κοινωνικό πρόσημο. Και αυτή δεν γράφεται σε συνταγματικά άρθρα, όταν απουσιάζει από την ίδια τη διακυβέρνηση.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής