17 Φεβρουαρίου 2026

Όταν οι ιδιοκτήτες αδιαφορούν, τι κάνει η Δημοτική Αρχή.

 


Σε αρκετές σεισμόπληκτες περιοχές παραμένουν για χρόνια «κίτρινα» κτίρια που δεν επισκευάζονται, με τους ιδιοκτήτες να αδιαφορούν ή να επικαλούνται οικονομική αδυναμία, ενώ η φθορά του χρόνου τα μετατρέπει σταδιακά σε παγίδες κινδύνου για τους κατοίκους και τους διερχόμενους. Όταν ένα τέτοιο κτίριο καταρρέει, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την ευθύνη του ιδιοκτήτη, αλλά και το αν η Τοπική Αυτοδιοίκηση έκανε όσα όφειλε για να προλάβει το μοιραίο.

Η επίκληση ότι «δεν μπορούμε να μπούμε σε κλειδωμένα σπίτια» είναι νομικά ορθή ως προς το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας, όμως δεν εξαντλεί τις δυνατότητες που δίνει ο νόμος στον Δήμο. Η δημοτική αρχή έχει θεσμική υποχρέωση να διασφαλίζει τη δημόσια ασφάλεια και να παρεμβαίνει όταν ένα ακίνητο εγκυμονεί κίνδυνο. Αυτό σημαίνει αυτοψία από τις τεχνικές υπηρεσίες, έγγραφη ειδοποίηση του ιδιοκτήτη, κίνηση της διαδικασίας χαρακτηρισμού ως επικινδύνως ετοιμόρροπου και επιβολή συγκεκριμένων προθεσμιών συμμόρφωσης.

Αν ο ιδιοκτήτης δεν ανταποκριθεί, ο Δήμος δεν μένει απλός παρατηρητής. Μπορεί να επιβάλει διοικητικά πρόστιμα, να διατάξει μέτρα άμεσης προστασίας όπως περίφραξη ή απομάκρυνση επικίνδυνων στοιχείων και, σε περιπτώσεις άμεσου κινδύνου, να προχωρήσει αυτεπάγγελτα σε εργασίες άρσης της επικινδυνότητας, ακόμη και σε κατεδάφιση, καταλογίζοντας το κόστος στον ιδιοκτήτη. Όπου απαιτείται, μπορεί να ζητηθεί και εισαγγελική παρέμβαση για την άρση εμποδίων.

Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η πόρτα ήταν κλειδωμένη, αλλά αν εξαντλήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και αν λήφθηκαν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης. Αν υπάρχει γνώση της επικινδυνότητας και δεν κινήθηκαν οι απαραίτητες διοικητικές πράξεις, τότε τίθεται ζήτημα παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας. Η δημόσια ασφάλεια δεν διασφαλίζεται με διαπιστώσεις, αλλά με πράξεις, και η ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης κρίνεται ακριβώς σε αυτό το πεδίο.