Η δημόσια τοποθέτηση του βουλευτή Σάμου Στεφανάδη για τον αποκλεισμό του νησιού από τον ακτοπλοϊκό σχεδιασμό Βόλου – Νήσων Βορείου Αιγαίου στηρίζεται στη θέση ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας δεν φέρει ευθύνη, καθώς η πρόταση κατατέθηκε και χρηματοδοτείται από τις Περιφέρειες.
Η θέση αυτή περιγράφει ένα μέρος της διοικητικής διαδικασίας, δεν αποτυπώνει όμως το σύνολο του θεσμικού και νομικού πλαισίου που διέπει τον ακτοπλοϊκό σχεδιασμό.
Το νομικό πλαίσιο της νησιωτικότητας
Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 4 του Συντάγματος, το κράτος και η διοίκηση υποχρεούνται να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για τις νησιωτικές περιοχές. Η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει δικαίωμα συγκεκριμένου δρομολογίου για κάθε νησί, θεμελιώνει όμως υποχρέωση συνεκτίμησης των ιδιαιτεροτήτων των νησιών και αποφυγής αδικαιολόγητων αποκλεισμών.
Παράλληλα, το άρθρο 4 του Συντάγματος κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας. Η διαφορετική μεταχείριση επιτρέπεται μόνο όταν στηρίζεται σε αντικειμενικά και επαρκώς αιτιολογημένα κριτήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αποκλεισμός της Σάμου από έναν σχεδιασμό που αφορά νησιά της ίδιας Περιφέρειας δεν συνοδεύεται από δημόσια διαθέσιμη τεχνική, συγκοινωνιακή ή οικονομική αιτιολόγηση, γεγονός που δημιουργεί θεσμικό και νομικό έλλειμμα.
Η υποχρέωση αιτιολογίας στη διοικητική πράξη
Κατά τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, όπως έχουν διαμορφωθεί τόσο από τη νομολογία όσο και από τη θεωρία, η άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τη Διοίκηση:
δεν είναι απεριόριστη,
υπόκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης,
και απαιτεί ειδική και επαρκή αιτιολογία, ιδίως όταν οδηγεί σε άνιση μεταχείριση περιοχών ή διοικούμενων.
Η απουσία:
μελέτης σκοπιμότητας,
συγκριτικής αξιολόγησης των νησιών,
ή αιτιολογικής έκθεσης για τη μη συμπερίληψη της Σάμου,
δεν συνεπάγεται αυτομάτως ακυρότητα της πράξης, καθιστά όμως τη διοικητική επιλογή νομικά ελέγξιμη ως προς την επάρκεια της αιτιολόγησής της.
Ο ρόλος του Υπουργείου και του ΣΑΣ υπό το πρίσμα της νομιμότητας
Είναι ακριβές ότι η πρωτοβουλία και η χρηματοδότηση της γραμμής ανήκουν στις Περιφέρειες. Ωστόσο, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, το Υπουργείο Ναυτιλίας και το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως διαβιβαστικά όργανα.
Διαθέτουν:
αρμοδιότητα εποπτείας της διαδικασίας,
υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας,
και ευθύνη να διαπιστώνουν αν οι εισηγήσεις που τίθενται υπό κρίση είναι συμβατές με τις συνταγματικές αρχές και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου.
Η ευθύνη αυτή δεν είναι πρωτογενής, είναι όμως θεσμικά υπαρκτή.
Η πολιτική διάσταση της νομικής ευθύνης
Σε αυτό το πλαίσιο, η θέση του βουλευτή Σάμου, που περιορίζεται στη διαπίστωση ότι «η πολιτική ηγεσία δεν μπορεί να παρέμβει», παραγνωρίζει ότι το ζητούμενο δεν είναι η επιβολή σταθμών, αλλά ο έλεγχος της διαδικασίας και της αιτιολόγησης.
Ο κοινοβουλευτικός ρόλος δεν εξαντλείται στη μεταφορά υπηρεσιακών απαντήσεων. Περιλαμβάνει την υποχρέωση πολιτικού και θεσμικού ελέγχου, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα ίσης μεταχείρισης νησιωτικών περιοχών.
Ένα ζήτημα θεσμικά ανοιχτό
Ο αποκλεισμός της Σάμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αυτονόητος ούτε νομικά ουδέτερος. Ελλείψει επαρκούς και τεκμηριωμένης αιτιολογίας, παραμένει διοικητικά και θεσμικά ελέγξιμος, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς τη συμβατότητά του με τις συνταγματικές αρχές.
Η Σάμος δεν ζητά εξαίρεση. Ζητά εφαρμογή των κανόνων.
Και αυτό, σε ένα κράτος δικαίου, δεν είναι πολιτική αξίωση. Είναι θεσμική απαίτηση.