6 Μαΐου 2012

Στο κυνήγι της τρίτης θέσης και της διερευνητικής εντολής




Οι στόχοι για το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ, η τακτική της ΔΗΜΑΡ για μετεκλογικές συνεργασίες και η στάση Καρατζαφέρη, Καμμένου
Των Παναγη Γαλιατσατου, Γιωργου Τερζη
Για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, η Αριστερά διεκδικεί να σπάσει το ρεκόρ του 1958. Αυτό όμως μάλλον δεν έρχεται σε πρώτη μοίρα στους προβληματισμούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων του χώρου για την επόμενη μέρα. Το ζητούμενο, κυρίως ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, είναι το ποιος θα καταλάβει τη μεταξύ τους πρωτιά και κατά συνέπεια τη θέση, η οποία οδηγεί στη διερευνητική εντολή. Το ΚΚΕ θα την πάρει για να την επιστρέψει αυτοστιγμεί στον κ. Παπούλια, όπως έχει ξεκαθαρίσει η γενική γραμματέας κ. Αλέκα Παπαρήγα. Ο κ. Τσίπρας αντίθετα, για να σχηματίσει κυβέρνηση της Αριστεράς.
Στον Περισσό έδωσαν την προεκλογική μάχη με έμφαση στο να αποτρέψουν το ενδεχόμενο απώλειας της τρίτης θέσης λόγω του ρεύματος που φαινόταν ότι είχε ο ΣΥΡΙΖΑ και εστίασαν τα επιχειρήματα τους στην προσπάθεια να ακυρώσουν εκ των προτέρων τον στόχο του κ. Τσίπρα για «κυβέρνηση της Αριστεράς». Με αυτόν τον τρόπο το ΚΚΕ επιχείρησε να στεγανοποιήσει τυχόν διαρροές προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η προεκλογική τακτική του ΚΚΕ όμως έχει προκαθορίσει και τη στάση του κόμματος στη μετεκλογική διαδικασία των διερευνητικών εντολών.
Ο διακηρυγμένος στόχος για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα είναι να μπορέσει να μπει στο «παιχνίδι» των διερευνητικών εντολών. Είναι βέβαιο ότι με την εντολή ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα εξαντλήσει τα περιθώρια ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση της Αριστεράς και θα ασκήσει φοβερές πιέσεις τόσο στο ΚΚΕ όσο και στη ΔΗΜΑΡ να συναινέσουν σε κάτι τέτοιο. Αν αρνηθούν θα μπορεί να τους καταλογίσει την ευθύνη, ένα επιχείρημα το οποίο θα μπορεί να εκμεταλλευτεί στρατηγικά πολύ πιο πειστικά την επομένη των εκλογών. Το κέρδος για τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια τέτοια προοπτική θα είναι ότι για πρώτη φορά θα έχει υποσκελίσει το ΚΚΕ σε εκλογικά ποσοστά, κάτι που αν συμβεί στην Κουμουνδούρου το θεωρούν ιστορικών διαστάσεων εξέλιξη για τον χώρο.
Αν πάντως ο στόχος δεν επιτευχθεί, θα υπάρξει απογοήτευση στην Κουμουνδούρου και είναι πιθανόν να εκδηλωθεί γκρίνια από τις συνιστώσες, ειδικά αν τα περισσότερα προερχόμενα από ΠΑΣΟΚ στελέχη καταφέρουν να εκλεγούν, αφήνοντας έξω «καθαρόαιμους» υποψηφίους της Αριστεράς.
Για τη Δημοκρατική Αριστερά η νύχτα των εκλογών θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Υπάρχει μόνο ένα σενάριο το οποίο είναι σχετικά ανώδυνο, να προκύψει άνετη πλειοψηφία για συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. Αν αυτή δεν υπάρξει, ο κ. Κουβέλης θα δεχτεί ισχυρές πιέσεις κυρίως από το ΠΑΣΟΚ να στηρίξει την κυβέρνηση ή να συνεργαστεί, ώστε να αυξηθεί και η νομιμοποίησή της. Αν μάλιστα δεν φτάνουν οι έδρες ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. για να σχηματιστεί κυβέρνηση, τότε η πίεση στον κ. Κουβέλη θα φτάσει στο απόγειό της. Αντίστοιχη πίεση, που όμως δεν θα βάλει το κόμμα του σε... υπαρξιακές περιπέτειες θα δεχτεί ο κ. Κουβέλης και σε περίπτωση που στη διαδικασία των εντολών εισέλθει και ο κ. Τσίπρας. Σε περίπτωση επαναληπτικών εκλογών ωστόσο τυχόν άρνηση θα αποτελεί μειονέκτημα για τη ΔΗΜΑΡ. Κυβερνητικοί προβληματισμοί -σε συνδυασμό με την αγωνία επιβίωσης- υπάρχουν και στην άλλη πολιτική όχθη. Η Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Ντόρας Μπακογιάννη και ο συνδυασμός Δράσης και Φιλελεύθερης Συμμαχίας υπό τον κ. Στ. Μάνο θα μπορούσαν να αποτελούν κυβερνητικούς εταίρους σε ένα σχήμα Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ, αυξάνοντας σημαντικά τον βαθμό νομιμοποίησης του νέου σχήματος. Βασική προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να υπερβούν τον πήχυ του 3% κάτι που και οι δύο αισιοδοξούσαν ότι θα επιτύχουν.
Στους Ανεξάρτητους Ελληνες, πάλι, και παρά την ασφυκτική πίεση που άσκησε η Ν.Δ. εκτιμούν ότι θα έχουν ισχυρή παρουσία στη Βουλή, διατηρώντας ποσοστό που θα τους αναδείξει πέμπτο σε δύναμη κόμμα. Ο κ. Π. Καμμένος έχει αποκλείσει κάθε σενάριο συνεργασίας με τα κόμματα που υπέγραψαν το μνημόνιο.
Αντιθέτως, ρόλο κυβερνητικού εταίρου διεκδικεί ο κ. Γιώργος Καρατζαφέρης με τον ΛΑΟΣ σε μία κατεύθυνση απεμπλοκής από το μνημόνιο και με πρωθυπουργό άλλον πλην των κ. Σαμαρά και Βενιζέλου.
Σε ό,τι αφορά την ακραία εθνικιστική Χρυσή Αυγή, η πιθανολογούμενη παρουσία της στην επόμενη Βουλή θα συνιστά απόδειξη της αποτυχίας του πολιτικού προσωπικού, οι ρητορικές επιθέσεις του οποίου δεν μοιάζουν ικανές να αντιστρέψουν την πορεία.