27 Απριλίου 2011

Παρέμβαση Επιμελητηρίου Σάμου στο Υπουργείο Οικονομικών για τις ανώνυμες καταγγελίες σε βάρος επιχειρηματιών στο Κοκκάρι Σάμου.


      

       ΠΡΟΣ :           Υπουργείο Οικονομικών           Κο. Γεώργιο Παπακωνσταντίνου
               
                                                                Υπόψη Υφυπουργού Κο Κουσελα Δημήτριο                                                                                  


Κύριε Υπουργέ,


Γνωρίζετε ότι τα Επιμελητήρια σαν θεσμικοί φορείς και σύμβουλοι των επιχειρήσεων και του κράτους, εκτός των άλλων έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των μελών τους όταν θίγονται από παράνομες και μάλιστα καταχρηστικές ενέργειες είτε ιδιωτών ,είτε Διοίκησης.

    Τον Αύγουστο του 2010 έγινε προς την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία Σάμου εκτός άλλων, ανώνυμη καταγγελία από δήθεν ομάδα ειλικρινως φορολογούμενων πολιτών Κοκκαρίου Σάμου, όπως υπογράφουν, με την οποία ως αρχάγγελοι της κάθαρσης αναφέρουν στην Διοίκηση κάποιους συντοπίτες τους οι οποίοι, κατά την γνώμη τους διαφεύγουν τον έλεγχο και ζημιώνουν το κράτος.
    Δεν θα σταθούμε στο περιεχόμενο αυτής της ανώνυμης καταγγελίας, ούτε και θα αναλύσουμε την πρόθεση αυτών των δήθεν ελικρινώς φορολογούμενων πολιτών. Επί του εγγράφου αυτού (ανώνυμη καταγγελία) , ζητήσαμε την συνδρομή του νομικού συμβούλου του Επιμελητηρίου μας ο οποίος αναφέρει στην γνωμάτευση του ότι:

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 432 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη όταν έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπου και έχουν τα απαραίτητα στοιχεία για το κύρος τους  [άρθρο 432 Κ.Πολ.Δ.]. Σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 443 Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο αυτό δεν τηρεί καμιά προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί και ως ιδιωτικό έγγραφο αφού για να θεωρηθεί τέτοιο επιβάλλεται να υπάρχει κατά την ρητή διάταξη του νόμου ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη …

Η νομολογία έχει κρίνει ότι υπογραφή ορισμένου προσώπου είναι η σημείωση του ονόματός του στο τέλος του εγγράφου με δική του γραφική ενέργεια που εμφανίζει το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Σύμφωνα δε με την διαμορφωμένη νομολογία των δικαστηρίων ΕφΑθ 4587/1977 εκδότης είναι το πρόσωπο εκείνο που αναλαμβάνει με την υπογραφή του τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το έγγραφο και όχι το πρόσωπο που απλώς έγραψε ή συνέταξε το έγγραφο.
Το ανυπόστατο αυτό έγγραφο δεν μπορεί κατά τα άνω να θεωρηθεί  ιδιωτικό έγγραφο για να νομιμοποιεί την Υπηρεσία σας για οποιαδήποτε ενέργεια δικής σας φορολογικής φύσεως.Επιπλέον έχει κριθεί πάλι από τη νομολογία αλλά και επιβάλλεται η απόψη από την επιστημονική βιβλιογραφία ότι όταν ένα έγγραφο αποτελείται από περισσότερα φύλλα που δεν είναι ενωμένα μεταξύ τους ώτε να είναι πρόδηλο ότι αυτά αποτελούν ενιαίο συνολο πρεπει να έχει υπογραφή το καθένα φύλλο ([Δίκαιο αποδείξεως Γέσιου Φαλτσή έκδοση 1985 σελίδα 279  εφετείο Αθηνών  2865/2976 σημείωση στο βιβλίο ίδια σελίδα ].
Η θέση της υπογραφής στο έγγραφο πρέπει να μπαίνει στο τέλος του εγγράφου  ώστε να καλύπτει όλο το περιεχόμενο [Εφετείο Θράκης  44/1970].
Το συγκεκριμένο έγγραφο λοιπόν σε καμιά περίπτωση δεν φέρει τα παραπάνω εκ του νόμου χαρακτηριστικά για να νομιμοποιεί ενέργεια από την Διοίκηση.
    Επιπλέον κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο". Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου "μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής αποφάσεως της αρχής, στην οποίαν απευθύνεται η αναφορά, και με την άδεια της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ` αυτή". Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 του από 18- 1-1975 Δ` ψηφίσματος της Ε` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και στη συνέχεια με το άρθρο 112 παρ. 1 του Συντάγματος, αναφορά κατά την έννοια του άρθρου 20 του κειμένου Συντάγματος του 1968, που είχε διατύπωση όμοια με αυτή του πιο πάνω άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975/1986/2001 θεωρείται το έγγραφο που διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης. Κατά την παράγραφο δε 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου : “.. Η αναφορά δέον όπως: α) είναι συντεταγμένη εις την ελληνικήν και υπογεγραμμένη νομίμως. β) περιέχει το όνομα, το επώνυμον, το όνομα πατρός, το  επάγγελμα, την  διεύθυνσιν  κατοικίας,  τα στοιχεία της αστυνομικής ταυτότητος ή, ελλείψει τοιαύτης, τα  στοιχεία  του  διαβατηρίου  ή  ετέρου  επισήμου εγγράφου,   παραστατικού  της  ταυτότητος  του  αναφερομένου  και  του υπογράφοντος,  προκειμένου  δε  περί  νομικού  προσώπου,  την  νομικήν  μορφήν, την επωνυμίαν, την έδραν και την νόμιμον αυτού εκπροσώπησιν,…”. Ετσι η αναφορά πρέπει να αναφέρει ρητά και τα στοιχεία τα επισημα του αναφερομένου και δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά: α) αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών ….» κ.λ.π. Και τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του αυτού ν.δ. 796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σ` αυτήν που την εποπτεύει.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2010 με τον υπ.αριθμ. πρωτ.4326 έγγραφό μας προς τη ΔΥΟ Σάμου αναφέραμε τα παραπάνω και τονίσαμε ότι:  

Το έγγραφο αυτό δεν φέρει υπογραφή για να εμφαίνεται ο εκδότης και είναι ανυπόστατο για τους λόγους που εκθέσαμε γιατί και δεν φέρει υπογραφή ούτε στα συνεχόμενα φύλλα αυτού προκειμένου να αποκτά ισχύ εγγράφου και να δύναται η Διοίκηση ως ιδιωτικό έγγραφο να το ενσωματώσει σε διοικητική πράξη ενδεχόμενα κάτι τέτοιο είναι αναμφισβήτητα  παράνομο.
Ως εκτούτου  είναι ανυπόστατο γιατί δεν περιέχει ούτε τα θεμελιακά στοιχεία του ιδιωτικού εγγράφου ούτε τα στοιχεία της αναφοράς και την καλέσαμε να απέχει απο  οποιασδήποτε ενέργεια που ενδεχόμενα σκέπτεται κατά των μελών του Επιμελητηρίου αφού ενδεχόμενη ανάμιξη της υπηρεσίας σας δεν νομιμοποιείται και δεν έχει έρεισμα στο νόμο, πάντα και σύμφωνα με τη γνωμάτευση του νομικού μας συμβούλου.
Επίσης συστήσαμε ότι Εκτός και αν υπάρχει σχετική νομολογία που παρέχει την εξουσία – αρμοδιότητα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, που ενδεχομένως σκέπτεται, κατά των μελών του Επιμελητηρίου και εάν πράγματι ισχύει αυτό, να μας ενημέρωσει σχετικά, μόνο εγγράφως.
Μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει καμία απάντηση από την ΔΟΥ Σάμου στο αίτημα που της καταθέσαμε. Τουναντιον μάλιστα η ΔΟΥ άρχισε να καλεί για έλεγχο επιχειρήσεις που αναφέρονται στην εν λόγω καταγγελία.

Κύριε Υπουργέ,

Η εποχή που διανύουμε είναι πάρα πολύ επικίνδυνη και θεωρούμε ότι έχουμε υποχρέωση σαν θεσμικοί φορείς, να διαφυλάξουμε, όσο μπορούμε, την κοινωνική συνοχή μέσα από διαδικασίες διαφάνειας , καλής πίστης και χρηστής διοίκησης.
    Πρέπει η παρέμβαση σας να είναι  ουσιαστική, ώστε να αναπτυχθεί μια σχέση καλής πίστης μεταξύ κράτους και πολιτών όσον αφορά τουλάχιστον στο υπουργείο που προΐστασθε
Εάν κάποιος ή κάποιοι θέλουν να καταγγείλουν επιχειρήσεις ότι παρανομούν να το κάνουν και να επιβραβεύονται, αλλά η καταγγελία να είναι επώνυμη και αποδεδειγμένη.

Κύριε Υπουργέ,

Πιστεύουμε ότι η παρέμβαση σας θα είναι ουσιαστική, θα παρακαλούσαμε δε οι υπηρεσίες του Υπουργείου σας να μας γνωρίσουν εάν συμφωνούν με την γνωμάτευση του νομικού συμβούλου του Επιμελητηρίου μας.
Σε διαφορετική περίπτωση να μας γνωστοποιήσουν την σχετική νομολογία η οποία διέπει το αντίθετο.


Με εκτίμηση,

         Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ      


   ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ