18 Μαρτίου 2011

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

image001.jpg

Οι βουλευτές της Δημοκρατικής Συμμαχίας στο πλαίσιο της συζήτησης του νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης, για την ποινική ευθύνη των υπουργών, κατέθεσαν εκ νέου τροπολογία-προσθήκη, η οποία δίνει το δικαίωμα στο πολιτικό πρόσωπο του οποίου η ποινική ευθύνη διερευνάτε, να επιδιώξει την ουσιαστική δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης που το αφορά ανεξάρτητα αν η υπόθεση αυτή έχει παραγραφεί.

Ακολουθεί η τροπολογία.

Αθήνα 18/3/2011
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΣΘΗΚΗ


ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ


«ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3126/2003
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ»


Άρθρο ....


Μετά το άρθρο 16 του ν. 3126/2003 προστίθεται άρθρο 16 Α ως εξής:

«Άρθρο 16 Α
Έλεγχος της ουσίας της κατηγορίας

1. Σε περίπτωση που ανακύπτει ζήτημα παραγραφής της αξιόποινης πράξης, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Ειδικό Δικαστήριο ερευνά την ουσία της κατηγορίας, όταν τούτο ζητήσει ο κατηγορούμενος Υπουργός.
2. Η πιο πάνω έρευνα γίνεται μόνο για εκείνον τον κατηγορούμενο που υπέβαλε σχετικό έγγραφο αίτημα και ακολούθως εκδίδεται βούλευμα ή απόφαση, αντίστοιχα επί της ουσίας της υπόθεσης.
3. Η αίτηση του κατηγορουμένου, με την οποία αυτός ζητά την έρευνα της ουσίας της κατηγορίας πριν από την έρευνα για την παραγραφή, δεν πρέπει να περιέχει οποιαδήποτε αίρεση και κατατίθεται κατά την προδικασία στον εισαγγελέα του Συμβουλίου, ενώπιον δε του ακροατηρίου κατά την έναρξη της εκδίκασης. Όταν το ζήτημα της παραγραφής ανακύψει μεταγενέστερα η αίτηση υποβάλλεται τότε».







AITIOΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Κρατούσα σε θεωρία και νομολογία είναι η άποψη ότι είναι ανεπίτρεπτη η έρευνα της ουσίας της κατηγορίας, εφόσον τίθεται θέμα παραγραφής. Έτσι, κατά την κρατούσα αυτή άποψη, η έρευνα του ζητήματος της παραγραφής προηγείται της έρευνας της ουσίας της υπόθεσης. Γίνεται δε παγίως δεκτό από την νομολογία του Αρείου Πάγου ότι η διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης μολονότι έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της αξιόποινης πράξης συνιστά υπέρβαση εξουσίας [βλ. αντί πολλών, Α. Κωστάρα, ΣυστΕρΠΚ, ΕισΠαρατ στα άρ. 111-116, αριθμ. 29-30].
Ορθότερη, όμως, δογματικά αλλά και δικονομικά, φαίνεται η άποψη, που υποστηρίζεται σποραδικά στη θεωρία, ότι η κρίση πως μια πράξη δεν συνιστά έγκλημα προηγείται από την κρίση για την παραγραφή της, [έτσι, Ι. Ζησιάδης, Ποινική Δικονομία, 3η έκδ., 1977, τόμ. Β΄, σελ. 367-368], «και τούτο διότι δεν επιτρέπεται να σπιλώνεται η υπόληψη του κατηγορουμένου με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, όταν αυτός δεν έχει τελέσει καν την πράξη ή τούτη δεν είναι (τελικά) άδικη και καταλογιστή» [: Λ. Μαργαρίτη-Ν. Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, άρθρα 50-133 ΠΚ, β΄έκδ., 1989, σελ. 197].
Η ορθότητα της άποψης αυτής, ότι δηλαδή πρέπει να προηγείται η έρευνα και η διαπίστωση τη ύπαρξης του εγκλήματος, πριν τύχουν εφαρμογής οι περί παραγραφής διατάξεις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αλλά και επί της ουσίας είναι και δικαιότερη: Αφού δίνει τη δυνατότητα στους κατηγορούμενους να αποδείξουν, σε δημόσια στο ακροατήριο του δικαστηρίου συζήτηση, την αθωότητά τους, και να αποτρέψουν έτσι «τον μετεωρισμό της υποψίας σε βάρος της υπολήψεώς τους ότι ενδεχομένως έχουν διαπράξει το σχετικό έγκλημα και απλά ήσαν τυχεροί, που απέφυγαν την ποινική τιμωρία» [: Α. Κωστάρας, όπ.π., με την εκεί αναφορά στους Σ. Αλεξιάδη και Α. Τατάκα].
Τούτο ισχύει, πολύ περισσότερο, για τον κατηγορούμενο Υπουργό, που η παύση της εναντίον του ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, αφήνει αυτόν με το στίγμα ότι πιθανόν να έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, δημιουργουμένης αμφισβήτησης της ηθικής ακεραιότητάς του, σε μια εποχή μάλιστα που το πολιτικό σύστημα, δικαίως ή αδίκως, βάλλεται πανταχόθεν.
Με βάση τα παραπάνω, με την παρούσα τροπολογία προτείνεται, όπως το Συμβούλιο ή το Ειδικό Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ουσίας της κατηγορίας για ποινική ευθύνη Υπουργού, παρά την υπάρχουσα παραγραφή, να κρίνει την ουσία της κατηγορίας, εκδίδοντας επ' αυτής βούλευμα ή απόφαση αντίστοιχα, για το εάν ο κατηγορούμενος Υπουργός τέλεσε ή όχι την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη. Να εκδίδει δηλαδή απόφαση ή απόφανση αντίστοιχα, για το εάν ο Υπουργός είναι ένοχος ή όχι. Η έρευνα της ουσίας της κατηγορίας θα γίνεται μόνο για εκείνον τον κατηγορούμενο που υπέβαλε σχετικό έγγραφο αίτημα στο Συμβούλιο ή το Ειδικό Δικαστήριο. Και στην μεν προδικασία η αίτηση κατατίθεται στον εισαγγελέα του Συμβουλίου, ενώπιον δε του ακροατηρίου κατά την έναρξη της εκδίκασης, ως τέτοιας νοουμένης αυτής του άρθρου 339 ΚΠΔ. Ρητά δε, αναφέρεται στη διάταξη ότι το επιλαμβανόμενο της αίτησης του κατηγορούμενου Υπουργού όργανο (Δικαστικό Συμβούλιο ή Ειδικό Δικαστήριο), υποχρεούται να προβεί στην κρίση της ουσίας της κατηγορίας.
Τέλος, μόλις χρειάζεται να τονισθεί ότι η προτεινόμενη διάταξη δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 86 § 5 του Συντάγματος, αλλά συνάπτεται με αυτήν, αφού προϋπόθεση εφαρμογής και των δύο αποτελεί η μη περάτωση της διαδικασίας.

Οι προτείνοντες Βουλευτές :

Μπακογιάννη Ντόρα

Μαρκογιαννάκης Χρήστος

Κιλτίδης Κων/νος

Κοντογιάννης Γεώργιος

Αυγενάκης Ελευθέριος