
Γράφει η ΑΘΗΝΑ ΚΑΝΙΤΣΑΚΗ
Είχε πια ξημερώσει και να, που επιτέλους φάνηκε στον ορίζοντα η σκούρα σκιά τού αγαπημένου τόπου. Σάμος! Επιτέλους, ξαναγυρίζω στο νησί μετά από έξι χρόνια κι έκπληκτη -λες και τα' βλεπα πρώτη φορά- παρατηρώ την πυκνή βλάστηση, θαυμάζω τα πεύκα, τα πολλά κυπαρίσσια, τα ωραία ακρογιάλια της, που διαδέχονται το ένα το άλλο, τα κάτασπρα χωριουδάκια τής βόρειας πλευράς της, τα χτισμένα αμφιθεατρικά στις πλαγιές των πανύψηλων βουνών της, αναπνέω ανυπόμονα κι οσμίζομαι τη μυρωδιά τής εύφορης γης της...
Είναι ν’ απορεί κανείς, πώς ένα τόσο όμορφο και καρποφόρο νησί κάποτε εγκαταλείφθηκε απ’ τους κατοίκους του! Οι Σάμιοι, αφού είχαν διανύσει αιώνες ακμής και πολιτισμού, αφού έδωσαν στην υφήλιο έναν Πυθαγόρα και μια σειρά σπουδαίων έργων, όπως το Ευπαλίνειο Ορυγμα -το περίφημο υδραγωγείο- το λιμένα της αρχαίας πόλης και το μεγαλειώδη ναό της θεάς Ηρας στο Ηραίον, αφού επινόησαν έναν νέο τύπο ανθεκτικού πλοίου, τη “Σάμαινα”, που τους έδωσε υπεροχή στη θάλασσα, αφού μεγαλούργησαν σ’ όλους τους τομείς, ταλαιπωρημένοι απ’ τους Σταυροφόρους, ρημαγμένοι απ’ τις συνεχείς επιδρομές των πειρατών εγκατέλειψαν, κάποια στιγμή, το νησί τους! Εκατό χρόνια μετά, μια ισχυρή τρικυμία έφερε στις ακτές της το Ναύαρχο Κιλίτζ Αλή Πασά, που γοητευμένος απ’ τις ομορφιές τού νησιού αποφάσισε να το εποικίσει με Χριστιανούς και να ζητήσει απ’ το Σουλτάνο ειδικά προνόμια γι’ αυτούς -που όπως είναι φυσικό δόθηκαν- μα όχι για πολύ...
Παρά τη μικρή απόσταση που τη χωρίζει απ’ τα παράλια της Τουρκίας -το πιο κοντινό σημείο “ο επταστάδιος πορθμός” των αρχαίων είναι ίσος με το μάκρος επτά σταδίων- η Σάμος στα χρόνια που ακολούθησαν πάλεψε, αντιστάθηκε, δοξάστηκε και παρέμεινε Ελληνική! Ελληνικότατη θα έλεγα, με μεγάλη συμμετοχή στην επανάσταση του 1821, όταν ο Λυκούργος Λογοθέτης με τους ατρόμητους πολεμιστές του έδωσε μάχες, ναυμαχίες, έφθασε επανειλλημένως μέχρι και τα παράλια της Μικράς Ασίας για να πολεμήσει τον Τουρκικό Στρατό και να προστατέψει τους Χριστιανικούς πληθυσμούς. Παρά τους πολύχρονους αγώνες της, η Σάμος δεν ενώθηκε τότε με την Ελλάδα, έγινε Ηγεμονία για 78 χρόνια, αλλά -όπως κι η Κρήτη-συνέχισε να μάχεται μέχρι και την τελευταία επανάσταση του Θεμιστοκλή Σοφούλη και την Ενωσή της με την Ελλάδα το 1912. Πολύ σωστά, λοιπόν, ο ποιητής Κάλβος στην ωδή του προς Σάμο θα μας πει το γνωστό στίχο “Θέλει Αρετήν και Τόλμην η Ελευθερία...”, που αποτελεί σήμερα και το έμβλημα των στρατευμένων στο νησί.
Αυτά σκέφτομαι, ενώ δε χορταίνω να κοιτώ τα όμορφα παράλια του νησιού, που πλησιάζει όλο και πιο πολύ! Φτάσαμε, επιτέλους, στην πρωτεύουσα Σάμο, στον παλιό “Λιμένα Βαθέως”, όπως λεγόταν, μια πόλη με έντονο τοπικό χρώμα.
Αποβιβαστήκαμε και ξεκινήσαμε για το Ηραίο, όπου θα διαμέναμε. Επιστροφή λοιπόν, στα “πάτρια εδάφη’, στον τόπο διακοπών τώ`ν παιδικών μου χρόνων, που σήμερα έχει εξελιχθεί σε μια σύγχρονη λουτρόπολη, με μπόλικα ξενοδοχεία, μαγαζιά κι εστιατόρια κι αυτές τις μέρες, μάλιστα, εκτός από το πλήθος των επισκεπτών φιλοξενεί και το γνωστό της, παγκοσμίου φήμης, Φεστιβάλ Μουσικής.
Εδώ, δυο βήματα απ’ τη θάλασσα, μπορείς να κάνεις τα μπάνια σου -και κάναμε πολλά- με μια ανησυχία για τις φωτιές, που μαίνονταν στο εσωτερικό. Φωτιές, βέβαια, απειλούν σχεδόν κάθε χρόνο το νησί, μα αναδασώνεται συνεχώς, αναγεννιέται κι είναι εκεί για να μείνει, η αγαπημένη μας Σάμος!
Οταν χορτάσεις την όμορφη φύση τού Ηραίου, η πρώτη σου δουλειά είναι να επισκεφθείς στις κοντινές αρχαιότητες, τον περίφημο ναό της θεάς Ηρας. Η παλιά “ανασκαφή” είναι σήμερα ένας χώρος προσεγμένος με μικρούς διαδρόμους, που σε οδηγούν στον εκατόμπεδο, στο βωμό, στα θησαυροφυλάκια, στα βυζαντινά ερείπια, στο Σύνταγμα του Γενέλεω ή στην Ιερά οδό, που συνέδεε το ιερό με την πόλη. Στέκεσαι με δέος κάτω απ’ τη μοναδική Κολώνα, που ορθώνεται πελώρια στον ουρανό -αν κι έχει απομείνει η μισή- για να σου θυμίζει το μεγαλείο της περιοχής τα χρόνια εκείνα, που προσκυνητές απ’ όλο τον αρχαίο κόσμο ερχόταν στο ναό με επικλήσεις στη Θεά, με προσφορές και αναθήματα. Επεξηγηματικές πινακίδες βρίσκονται δίπλα στο κάθε έκθεμα, θα πρέπει, ωστόσο, κάποιος να επισκεφθεί και το Αρχαιολογικό Μουσείο τής πρωτεύουσας, όπου φυλάσσονται τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο χώρο, μαζί με τον πελώριο κούρο τού Ηραίου, ο οποίος θα τον εντυπωσιάσει με το μέγεθος και την επιβλητική του παρουσία. Η επίσκεψη στο μουσείο τού κοντινού Πυθαγορείου, όπου βρισκόταν η αρχαία πρωτεύουσα του νησιού, είναι επίσης επιβεβλημένη. Πρόκειται για ένα καινούργιο μουσείο με πλούτο εκθεμάτων από τους νεολιθικούς χρόνους μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα. Εξαιρετική η παρουσίαση τους στις προθήκες, πλήθος ενημερωτικοί πίνακες και πινακίδες, εντυπωσιακές οι κατασκευές, όπως αυτή του πηγαδιού με τα ευρήματα ή εκείνη της αναπαράστασης του τρόπου ταφής των Σαμίων.
Το Πυθαγόρειο δεν υστερεί σε πολιτιστικά δρώμενα -τα “Ηραία” και τα “Πυθαγόρεια” είναι πια θεσμός- βρίσκεται, όπως και το Ηραίον, πολύ κοντά στο αεροδρόμιο, διαθέτει λιμάνι κι οργανωμένη μαρίνα και από εκεί με βαποράκι ξεκινήσαμε το ημερήσιο ταξίδι μας στην απέναντι ακτή! Προς τη Νέα Εφεσο ή αλλιώς προς “Κουσάντασι”, κυρίως για να γνωρίσουμε την κοντινή αρχαία Εφεσο, που άξιζε κάθε κόπο.
Η Σάμος, πρέπει να πούμε, λόγω της θέσης της, των προνομίων που της δόθηκαν κατά καιρούς, αλλά και χάρη στους φιλοπρόοδους κατοίκους της ανέπτυξε, σε μεγάλο βαθμό, το εμπόριο, την σιγαρεττοβιομηχανία στο Βαθύ, τη βυρσοδεψία στο Καρλόβασι, την παραγωγή λαδιού, καπνού και φυσικά του περίφημου κρασιού της στα κεφαλοχώρια των βουνών και των πεδιάδων της. Μαζί με την οικονομική άνεση και την ήσυχη ζωή, όπως είναι αναμενόμενο, άνθισαν οι τέχνες, τα γράμματα και ο πολιτισμός.
Ο σύγχρονοι Σαμιώτες, γνήσιοι απόγονοι των παππούδων τους, με εντυπωσίασαν πραγματικά. Στην πρωτεύουσα επισκέφτηκα το Ιστορικό Αρχείο Σάμου, συνομίλησα με το φιλόλογο κ. Χρήστο Λάνδρου -γνωστό λόγω του αξιόλογου περιοδικού τής ομάδας του, του “Απόπλου” και των πολλαπλών εκδόσεων του Αρχείου- και μου δόθηκε η ευκαιρία να ρίξω μια ματιά σε Σαμιακές εφημερίδες τής εποχής της Ηγεμονίας.
Τέλη Ιουλίου, μέσα από μια πανοραμική διαδρομή στα ψηλά βουνά της ενδοχώρας, ανηφορήσαμε προς τους Μύλους, κάναμε μια σύντομη στάση για ν’ ανάψουμε κερί στη Μονή της Μεγάλης Παναγιάς, προχωρήσαμε θαυμάζοντας το φυσικό τοπίο των Κουμαραδαίων, του Πύργου, του Πλατάνου με τα πολλά αμπέλια και φτάσαμε στο Καρλόβασι, όπου παρακολουθήσαμε την παρουσίαση τεσσάρων βιβλίων του “Ομίλου Κοινωνικής και Πολιτιστικής Παρέμβασης Νομού Σάμου”, που εκδίδει και το γνωστό περιοδικό “Μεθόριος του Αιγαίου’. Συναντήσαμε τον πολυγραφότατο κ. Νίκο Ορφανό, με χαρά ξαναείδαμε τον εκδότη κ. Γιώργο Βοϊκλή. Λίγες μέρες αργότερα, σε μια επίσκεψή μας στο Ποτοκάκι, στο ξενοδοχείο “Δόρυσσα” (ένα απ’ τα πολλά ονόματα της αρχαίας Σάμου -την είπαν επίσης Κυπαρισσία, Παρθενία, Μελάνθεμο κ.τλ.), γνωρίσαμε τον κ. Τηλαύγη Δημητρίου, ξεναγηθήκαμε στο αξιόλογο Λαογραφικό Μουσείο και προμηθευτήκαμε τους επτά τόμους τής Λαογραφίας του πατέρα του, του γνωστού Σαμίου λαογράφου Νικολάου Δημητρίου. Μεγάλη και σπουδαία η προσφορά του Πνευματικού Ιδρύματος με αξιόλογες εκδόσεις, τακτικές εκθέσεις ζωγραφικής και φυσικά με το παλιό κομμάτι του ξενοδοχείου, με δρόμους, δημόσια κτήρια και σπίτια πιστά αντίγραφα των χαρακτηριστικών, παραδοσιακών κτηρίων, που συναντούμε στα χωριά και τις κωμοπόλεις του νησιού!
Αξίζει να σημειώσουμε πως το νησί, που στο χάρτη μοιάζει με “λαγουδάκι”, διαθέτει καθ’ όλη την περίμετρό του, εξαιρετικά θέρετρα και μαγευτικούς τόπους στα βόρεια, όπως τον Αγιο Κωνσταντίνο, το Κοκκάρι κ.ά. Εξίσου όμορφες τοποθεσίες κι απόμερα λιμανάκια -όπου πας με καΐκι ή από ξηράς- στα νότια: Από το Ποσειδώνιο, στην Ψιλή Αμμο, στο Ηραίον, στην Κυριακού και στην Τσόπελα μέχρι και τις ακτές του Μαραθόκαμπου δε θα ξέρεις πού να σταθείς και τι να πρωτοκοιτάξεις...
Στο εσωτερικό, μέσα σε μια πλούσια χλωρίδα και πανίδα, κρυμμένα για το φόβο των πειρατών, βρίσκονται πολλά κεφαλοχώρια όπως η Χώρα ,που υπήρξε και πρωτεύουσα, ο Παγώνδας, οι Σπαθαραίοι, οι Μαυρατζαίοι και οι Μυτιληνιοί, όπου υπάρχει και Παλαιοντολογικό Μουσείο. Εμείς προσπαθήσαμε να τη χαρούμε τη Σάμο, αν κι είναι ανεξάντλητη! Ταξιδέψαμε μέρες, για να καταλήξουμε κάποια στιγμή, στο πατρικό χωριό, τον Παγώνδα!
Τρεις φορές γύρισα τα καλντερίμια του τα ανηφορικά! Ηπια δροσερό νεράκι στη Μεγάλη Βρύση, κατηφόρισα στη γειτονιά τής επιβλητικής Αγίας Τριάδας, ξεναγήθηκα απ’ τον ιερέα Μανώλη Αρβανίτη στην παμπάλαια εκκλησία του Χριστού, θαύμασα ξανά το μαρμάρινο καμπαναριό της κι ύστερα κατευθείαν στο σπίτι τής ξαδέλφης Μερσίνας για κοκκινιστό κοκοράκι, αυγοκατήμαρα -κάτι παραπλήσιο με τα δικά μας ξεροτήγανα- και φυσικά για τις περίφημες Παγωνδιώτικες τηγανίτες, που φτιάχτηκαν με την βοήθεια της ξαδέλφης Βασιλικώς και της φίλης Σταματίας.
Ο Παγώνδας, γνωστός για το περίφημο μετάξι του, τα σχολεία, τα δημόσια κτήρια και τον πλούτο του, ήκμασε χρόνια κι έδωσε στη Σάμο βουλευτές της Σαμιακής Συνέλευσης, αξιόλογους επιστήμονες, στρατιωτικούς, γαιοκτήμονες, επιχειρηματίες και πλήθος λογοτέχνες. Ενας από αυτούς, ο δάσκαλος, ζωγράφος και συγγραφέας κ. Γιάννης Αντωνιάδης μας ξενάγησε στο Ιστορικό Μουσείο Παγώνδα, το οποίο δημιουργήθηκε στο παλιό Δημοτικό Σχολείο με πολλή φροντίδα και την πολύτιμη βοήθεια των Φίλων του Μουσείου. Είδαμε φωτογραφίες αξιόλογων Παγωνδιωτών, τοπικές σφραγίδες, βιβλία και βιβλιοθήκες που δόθηκαν στο μουσείο, παλιά όπλα, μετάλλια, διπλώματα και πρόσωπα ξεχασμένων ηρώων, διαβάσαμε για την Ιστορία και την πορεία τού χωριού στο χρόνο.
Αξιόλογα τα εκθέματα, όμως η ξενάγησή μας δεν τελειώνει εδώ! Στο ίδιο ανακαινισμένο κτήριο στεγάζεται το αξιόλογο Λαογραφικό Μουσείο, που δημιούργησε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων Παγώνδα “Η Ομόνοια”, ο οποίος, εκτός των άλλων, διατηρεί και θεατρική, παιδική ομάδα και προωθεί τη λογοτεχνική δουλειά των μαθητών τού σχολείου, μέσα από μια θαυμάσια εφημερίδα, την “Παιδική Φωλιά Παγώνδα”! Ψυχή τού Συλλόγου η μαθηματικός, καλλιτέχνιδα και συγγραφέας κ. Αγγελική Βαλεοντή-Δεμερτζή. Πολλά συγχαρητήρια οφείλουμε, επίσης, να δώσουμε και στις υπόλοιπες κυρίες και οικογένειες του χωριού, που προσέφεραν εκθέματα, προσωπική εργασία και πολύ απ’ το χρόνο τους, για να δημιουργηθεί το σπουδαίο αυτό Λαογραφικό Μουσείο.
Εδώ θα γνωρίσουμε τον παλιό Σαμιώτη και τον τρόπο ζωής του. Τα είδη του κατωγιού του με τα λάδια, τα κρασιά και τα εργαλεία. Στο ανώι μας περιμένει η κουζίνα με τον σοφρά και τα σκαμνιά του, τη χαρακτηριστική πιατοθήκη, το νεροχυτάκι με το κουρτινάκι και τη στάμνα από κάτω. Παραδίπλα το σεντούκι για τα όσπρια και την πανταχού παρούσα “πάντα” στον τοίχο. Εκεί κοντά το τζάκι με το μαγειρείο και τα πολλά ράφια τα νοικοκυρεμένα, τα στολισμένα με δαντέλες, όπου η νοικοκυρά εναπόθετε τις σουπιέρες, τις κούπες, ενώ από κάτω κρεμούσε ταβάδες κι άλλα χρήσιμα είδη νοικοκυριού.
Αρχοντιά και τάξη χαρακτήριζαν το Σαμιώτικο σπίτι, που δεν του έλειπε τίποτα! Θα προχωρήσουμε στην κάμαρα με το πλουμιστό, μεταλλικό κρεβάτι, την ντουλάπα τη γεμάτη με παλιό ρουχισμό. Και την, επίσης, στολισμένη με τα έργα χειρός τής οικοδέσποινας καλή σάλα με το τραπέζι, τις ανθοστήλες και τον μπουφέ για τα καλά σερβίτσια. Στο μουσείο -που πραγματικά αξίζει να επισκεφτούν όσοι ταξιδεύσουν στη Σάμο- θα δούμε και το δωμάτιο αργαλειού, υφαντά τής περιοχής, παλιά κάδρα και φωτογραφίες, όπως και πλήθος εκθέματα: αγροτικά κι επαγγελματικά εργαλεία, διάφορους τύπους σαμαριών, φανάρια τροφής και φανάρια φωτισμού, κυψέλες, χαρανιά, πιθάρια, τοπικά προϊόντα κι άλλα πολλά πολύτιμα αντικείμενα, απαραίτητα του τότε, που σήμερα δεν τα γνωρίζουμε καν. Τα διέσωσε ο Σύλλογος, τα εκθέτει στο κοινό και τα συντηρεί με επιμέλεια, για να τα παραδώσει στους νεότερους...
Ολως τυχαίως, βρέθηκα στη Σάμο την ημέρα που ο Σύλλογος γιόρταζε την καθιερωμένη “Γιορτή του Πατέρα” με θεατρική παράσταση των παιδιών στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου. Στη συνέχεια, στην πλατεία τού χωριού, παρακολουθήσαμε τοπικούς χορούς και γευτήκαμε τους λουκουμάδες, που φτιάχτηκαν στα γειτονικά σπίτια. Σε ένα απ' αυτά -στο σπίτι της θεία Ρηνιώς- είχα παρακολουθήσει την προετοιμασία τους, με συγκίνηση μεγάλη, που βρέθηκα εκεί μια τέτοια μέρα! Κυρίως, βέβαια, επειδή, λίγες μέρες πριν, είχα εναποθέσει στο οστεοφυλάκιο, στην κορυφή του χωριού κάτω από τον κατάφυτο Μπουρνιά, τα οστά τού δικού μου πατέρα, που γεννήθηκε κι ανδρώθηκε σε τούτον εδώ τον τόπο, τον οποίο υπεραγαπούσε, μα εγκατέλειψε -για να ξαναγυρίσει κάποτε και να γίνει ένα με το χώμα του...
Στο πατρογονικό σπίτι, πριν φύγω απ’ το νησί, με όλες τις εντυπώσεις, τη συγκίνηση και τις μνήμες νωπές, έσυρα το πλεχτό κουρτινάκι του εσωτερικού παραθύρου τού σπιτιού των παππούδων μου, που δίνει φως στην ίδια κάμαρα, στο ίδιο μεταλλικό κρεβάτι, στην ίδια “πάντα” των παιδικών μου χρόνων, για ν' αποτυπώσω στη μνήμη κάθε λεπτομέρεια της σάλας τής αγαπημένης θείας. Απ’ το ανοιχτό, εξωτερικό παράθυρο, έριξα μια τελευταία ματιά στο σοκάκι των αναμνήσεών μου και στο Παγωνδιώτικο τοπίο στο βάθος, σκέφτηκα πως μένουν ακόμα πολλά να δω και να μάθω κι υποσχέθηκα στον εαυτό μου να ξαναγυρίσω σύντομα!
πηγή Χανιώτικα Νέα