4 Μαΐου 2010

ΟΜΙΛΙΑ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΝΤΟΥΛΑ



ΕΙΣΗΓΗΤΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΔΙΑ ΒΙΟΥ

ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

«ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ - ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ

ΚΑΝΟΝΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Στην αιτιολογική έκθεση του σ/ν που συζητούμε σήμερα επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία είναι η πρώτη που αναφέρεται στη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για την υλοποίηση του προγράμματος υπό τον τίτλο: “ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ”. Το σχέδιο δράσης αυτού του προγράμματος εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 4.3.2010 και εντάσσεται στη διακηρυγμένη δέσμευση της κυβέρνησης για “Δημόσια, δωρεάν και υψηλής ποιότητας εκπαίδευση για όλους”.

Το “ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ” υποδηλώνει τη βούληση της πολιτείας για συνολική αλλαγή του περιεχομένου και της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επιδιώκοντας να κάνει πράξη το ζητούμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας που είναι “πρώτα ο μαθητής”. Όραμά μας είναι το σχολείο που διδάσκει στο νέο άνθρωπο τη γνώση, τη σκέψη, το λόγο, την τέχνη όχι για να γίνει πανεπιστήμων, φιλόσοφος, λογοτέχνης, καλλιτέχνης, αλλά για να ολοκληρωθεί και να ελευθερωθεί. Γι' αυτό και σκοπός της εκπαίδευσης είναι ο ελεύθερος άνθρωπος. Όμως τον ελεύθερο άνθρωπο μόνο ένας ελεύθερος δάσκαλος μπορεί να τον ετοιμάσει. Ελεύθερος σημαίνει και υπεύθυνος. Υπεύθυνος δάσκαλος και υπεύθυνος πολίτης. Η ελευθερία συνεπάγεται ευθύνες. Οι ευθύνες προϋποθέτουν ελευθερία.

Μια εκπαίδευση και ένα σχολείο έχουν λόγο ύπαρξης όταν ετοιμάζουν τον άνθρωπο που δεν υπηρετεί σκοπιμότητες, αλλά ανατρέφεται σύμφωνα με την ιδέα της ανθρωπότητας και τον καθολικό προορισμό της. Τον άνθρωπο που θα παρεμβαίνει διορθωτικά στην πορεία του κόσμου. Το σχολείο που θέλουμε να χτίσουμε θα μπορούσε να έχει έμβλημά του τον πρώτο ελεύθερο Ευρωπαίο πολίτη, τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.

Στο νέο απαιτητικό περιβάλλον ο εκπαιδευτικός - παιδαγωγός πρέπει να γίνει συμμέτοχος στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, αντιμετωπίζοντας τη σχολική γνώση ως αντικείμενο διαρκούς διερεύνησης και αναζήτησης, προβληματιζόμενος συνεχώς για τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο του σχολείου και για το έργο που ο ίδιος επιτελεί, επιδιώκοντας τη συνεχή αυτομόρφωση, επιμόρφωση και αυτοβελτίωσή του και όλα αυτά με τη σταθερή συνδρομή της πολιτείας.

Θέλω σε τούτο το σημείο να καταθέσω την οφειλόμενη τιμή προς το έργο του Έλληνα εκπαιδευτικού, ο οποίος στη διαχρονική του πορεία και παρά τις δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, σχεδόν πάντοτε αβοήθητος, έδωσε τη μάχη μέσα στο δημόσιο σχολείο με θαυμαστά πολλές φορές αποτελέσματα. Διακεκριμένοι επιστήμονες, άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, πρωτοπόροι ερευνητές, επενδυτές, επιχειρηματίες και στελέχη τεχνολογικών κολοσσών στα παγκόσμια κέντρα καινοτομίας και έρευνας είναι απόφοιτοι δημόσιων σχολείων και πανεπιστημίων της πατρίδας μας, μαθητές άξιων λειτουργών της εκπαίδευσης. Προσωπικά αισθάνομαι υπερήφανος γιατί φοίτησα σε τρία δημόσια εκπαιδευτήρια: το μονοθέσιο δημοτικό σχολείο Πολυδώρου Ιωαννίνων με 60 μαθητές και ένα δάσκαλο, το Γυμνάσιο και Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής και τη Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων.

Το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει το έργο του εκπαιδευτικού και τιμά την αποστολή του. Στο παρελθόν, ως κυβέρνηση, έδωσε απτά δείγματα γραφής για την κοινωνική και οικονομική του αναβάθμιση, συμπεριφορά που δεν θέλει να απεμπολήσει ούτε και στους σημερινούς δύσκολους καιρούς. Ο πρωθυπουργός και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι κοινωνίες που στοιχηματίζουν στο μέλλον επενδύουν στη γνώση, καθώς, επίσης, πως η παιδεία, ιδιαιτέρως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, είναι ο καταλύτης για την ανάπτυξη μιας χώρας. Το σύνολο των νομοθετικών πρωτοβουλιών του Υπουργείου Παιδείας κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Στην υπεράσπιση της βασικής αρχής ότι η ποιοτική εκπαίδευση μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με ποιοτικούς εκπαιδευτικούς και ότι η πρόσληψη προσωπικού και η αξιοκρατική διαχείρισή του αποτελεί τη σημαντικότερη, ίσως, λειτουργία του εκπαιδευτικού οργανισμού, η αντίρρηση είναι δύσκολη. Γι' αυτό και σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου τα προσόντα των εκπαιδευτικών αναβαθμίζονται, το εκπαιδευτικό έργο και οι ίδιοι προσωπικά αξιολογούνται, μεταξύ εκπαιδευτικού και τάξης επιχειρείται να δημιουργηθούν συνθήκες σταθερής σχέσης, για τη στελέχωση της εκπαίδευσης αξιολογούνται και αξιοποιούνται οι ικανότεροι εκπαιδευτικοί, ο εξορθολογισμός και η επιβολή κανόνων διαφάνειας και αντικειμενικότητας στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού είναι καθημερινή πρακτική.

Στο περιεχόμενο των ρυθμίσεων του παρόντος σ/ν, στα πρώτα τρία κεφάλαια, είναι εμφανής η προσπάθεια να μπει τάξη σε ένα αμφιλεγόμενο έως σαθρό καθεστώς και να ανατραπεί το κομματικό πελατειακό σύστημα εξάρτησης των εκπαιδευτικών, που ήταν διαπλεκόμενο από την κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας έως τα έσχατα σημεία της χώρας.

Η προϋπόθεση επιτυχούς συμμετοχής στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για το διορισμό στην εκπαίδευση, το πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας, ο εξορθολογισμός των υπηρεσιακών μεταβολών μέσω ηλεκτρονικού συστήματος με πλήρη διαφάνεια σε όλες τις πτυχές της διαδικασίας, η εφαρμογή συστήματος αξιοκρατικής επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης, η καθιέρωση συστημάτων αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, ο προγραμματισμός δράσης κάθε σχολικής μονάδας και η παρακολούθηση της πορείας του, η συμμετοχή της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων στη διαδικασία επιλογής του Προέδρου του Συμβουλίου αξιολόγησης των στελεχών της εκπαίδευσης, η διαμόρφωση σταθερών σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτικού και τάξης, η καθιέρωση υποστηρικτικών θεσμών για το νέο εκπαιδευτικό, η κατάργηση του εργασιακού καθεστώτος δουλείας των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών, η απόκτηση δεύτερης ειδικότητας και η καθιέρωση της ηλεκτρονικής κάρτας των σχολείων είναι μερικά σημεία του σ/ν, μέσω των οποίων προωθούνται οι επιβεβλημένες αλλαγές στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Ο στόχος του συγκεκριμένου σ/ν είναι πολύ απλός. Δεν επιχειρεί να ανακαλύψει εκπαιδευτικούς με υπερφυσικές ικανότητες, αλλά να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε οι εκπαιδευτικοί που θα διδάξουν στα σχολεία μας να γίνονται καθημερινά καλύτεροι δάσκαλοι. Αυτό σημαίνει να γνωρίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό το αντικείμενο της επιστήμης τους, να διαθέτουν παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια, να μπορούν να διαχειρίζονται ζητήματα λειτουργίας της σχολικής μονάδας και τέλος το επίπεδο των γενικών και ειδικών γνώσεών τους να υπερβαίνει το αντίστοιχο των μαθητών τους.

Υπάρχουν πέντε λέξεις “κλειδιά” μέσω των οποίων το Υπουργείο Παιδείας επιχειρεί, δια του σ/ν, να θέσει σε νέες βάσεις τη λειτουργία του εκπαιδευτικού μας συστήματος: αντικειμενικότητα, διαφάνεια, αξιολόγηση, αξιοκρατία, ποιότητα. Η προσπάθεια είναι ομολογουμένως δύσκολη, αλλά άκρως ενδιαφέρουσα. Ταυτοχρόνως, το Υπουργείο Παιδείας πράττει ό,τι είναι δυνατό, ώστε εργασιακά θέματα εκπαιδευτικών που συναρθρώνται με θέσπιση μεταβατικών περιόδων, αυτά να αντιμετωπιστούν με τη δεδομένη κοινωνική ευαισθησία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Υπουργός Παιδείας, κατά τη συζήτηση του σ/ν στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, ζήτησε από όλες τις πτέρυγες της Βουλής και τον κάθε βουλευτή ξεχωριστά να καταθέσουν τις προτάσεις τους για την εμβάθυνση των ποιοτικών χαρακτηριστικών, που πρέπει να διέπουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, με τη δέσμευση ότι θα γίνουν αποδεκτές. Το μήνυμα της Υπουργού Παιδείας είναι σαφές. Άμεση απελευθέρωση της εκπαιδευτικής λειτουργίας από τα άνομα συμφέροντα της κομματοκρατικής πελατειακής αντίληψης. Και τούτο γιατί η παιδεία είναι ο τομέας δημόσιας λειτουργίας που επηρεάζει αμεσότερα την κοινωνική ψυχολογία. Αν το φαινόμενο αυτό εξαλειφθεί από την εκπαίδευση τότε είναι βέβαιο ότι θα γεννηθεί κοινωνική δυναμική πολύ ευρύτερη. Δυναμική ανάσχεσης της αυθαιρεσίας, της ατιμωρησίας, της αργομισθίας, της μετριοκρατίας στο σύνολο του δημόσιου βίου της χώρας. Λυπάμαι ειλικρινά γιατί η πρόκληση της κας Διαμαντοπούλου έμεινε αναπάντητη, έως αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που με λεκτικούς και ιδεοληπτικούς ακροβατισμούς συναγωνίζονται εαυτούς και αλλήλους για να δικαιολογήσουν την καταψήφιση “αυτονόητων” αλλαγών.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Στα επόμενα τρία κεφάλαια του σ/ν - τέταρτο, πέμπτο και έκτο - ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τη λειτουργία των ΑΕΙ, την εκκλησιαστική εκπαίδευση και θέματα της Εκκλησίας της Ελλάδας, της Κρήτης και των μητροπόλεων Δωδεκανήσου, των Κέντρων Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης, της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας και της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης.

Από την κα Υπουργό Παιδείας ανακοινώθηκε, ήδη, ότι μετά τη δρομολόγηση των αλλαγών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα ακολουθήσει η ριζική αναδιάρθρωση του πλαισίου λειτουργίας των ΑΕΙ. Κατά τη μεταβατική περίοδο σημαντικές αδυναμίες και προβλήματα, που χρειάζονται άμεση ρύθμιση, αντιμετωπίζονται με το παρόν σ/ν, χωρίς όμως να θίγεται ο επικείμενος συνολικός σχεδιασμός.

Πιο συγκεκριμένα προτείνονται οι ακόλουθες άμεσες παρεμβάσεις:

- Στα φοιτητικά συγγράμματα, όπου η γραφειοκρατία και η σπατάλη δημιούργησαν τεράστια προβλήματα. Με τη νομοθετική ρύθμιση προωθείται η εφαρμογή ενός προηγμένου συστήματος έγκαιρης διανομής στους φοιτητές, από το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011, με ταυτόχρονη πρόβλεψη το ίδιο σύστημα να εφαρμοστεί και στη διανομή των ηλεκτρονικών συγγραμμάτων, όταν αυτά θα είναι έτοιμα.

- Στη συγκρότηση των εκλεκτορικών σωμάτων με τη μείωση του αριθμού των μελών τους από 30 σε 15, όπως έχει ζητηθεί και από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων. Η ρύθμιση αυτή είναι επιβεβλημένη: α) για λόγους σύνθεσης των μελών του εκλεκτορικών σωμάτων με μέλη που διαθέτουν πραγματικά συναφές γνωστικό αντικείμενο με εκείνο της υπό πλήρωση θέσης, β) για λόγους μείωσης του κόστους μετακίνησης των εξωτερικών εκλεκτόρων (το 1/3 του συνόλου) και γ) για την ευχερέστερη και πλέον έγκαιρη σύγκλιση των εκλεκτορικών σωμάτων. Για τους δύο τελευταίους λόγους προβλέπεται και η συμμετοχή σε συνεδριάσεις μέσω τηλεδιάσκεψης. Και τούτο όχι μόνο για τη μείωση του κόστους μετακίνησης, αλλά και για τη διευκόλυνση της συμμετοχής σε αυτά ομογενών καθηγητών πανεπιστημίων του εξωτερικού. Επιπλέον, στο πλαίσιο της υποχρέωσης δημοσιότητας και διαφάνειας των ΑΕΙ, προβλέπεται, με ευθύνη του Προέδρου του Τμήματος, η δημοσιοποίηση στο διαδικτυακό τόπο του Τμήματος και του Ιδρύματος στοιχείων σχετικά με τη διαδικασία προκήρυξης και πλήρωσης θέσεων μελών ΔΕΠ και ΕΠ.

- Στη διόρθωση ατελειών και δυσλειτουργιών του Ν. 3374/2005, που καθιέρωσε την Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας, ώστε να διευκολυνθεί η λειτουργία της Αρχής, να επιτραπεί η διαφανής και ταχύτερη διεκπεραίωση των διαδικασιών αξιολόγησης των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και να επιτευχθεί εξοικονόμηση πόρων με την περιστολή άσκοπων δαπανών.

- Στην επίλυση χρονιζόντων προβλημάτων σχετικά με την ερμηνεία των σκοπών των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας.

- Στη ρύθμιση άλλων θεμάτων των ΑΕΙ, όπως η παράταση του χρόνου προσαρμογής των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών και των Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων όσον αφορά την αξιολόγησή τους, η εκπροσώπηση των μελών ΔΕΠ και ΕΠ των Τμημάτων στη Σύγκλητο ή το Συμβούλιο ΤΕΙ και η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση των διοικητικών, ακαδημαϊκών, οικονομικών και πάσης φύσεως εκκρεμοτήτων, που σχετίζονται άμεσα με τη λειτουργία του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδας, ως αυτόνομου ακαδημαϊκού ιδρύματος.

- Στην κατάργηση της βάσης του 10. Γι' αυτό θα ήθελα να πω δυο λόγια παραπάνω, απαντώντας και σε όσα ακούστηκαν κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. Τέσσερα χρόνια μετά την υιοθέτηση αυτής της ρύθμισης από την κα Γιαννάκου δεν υπάρχει καμία μελέτη ή ένδειξη, που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αναβάθμιζε ποιοτικά το Λύκειο και τα τριτοβάθμια ιδρύματα της χώρας. Η εξήγηση δεν είναι καθόλου δύσκολη. Τα κρίσιμα θέματα της εκπαίδευσης δεν επιλύονται με μέτρα διοικητικού χαρακτήρα, ιδιαιτέρως όταν αυτά είναι και ασύμβατα με τη φιλοσοφία, τους στόχους και τις ιδιαιτερότητες του υφιστάμενου συστήματος πρόσβασης στα ΑΕΙ, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Σε ένα εξεταστικό σύστημα μέσω του οποίου αξιολογούνται και επιλέγονται από ενιαίες εξετάσεις, σε κοινά θέματα ανά κατεύθυνση και επομένως του αυτού βαθμού δυσκολίας, υποψήφιοι διαφορετικών δυνατοτήτων, με διαφορετικούς στόχους και για σχολές διαφορετικών απαιτήσεων, η καθιέρωση της βάσης του 10 αποτελεί επιστημονική, εκπαιδευτική και παιδαγωγική αυθαιρεσία. Το μόνο αποτέλεσμα, που προέκυψε από την εφαρμογή της, ήταν ο αποκλεισμός χιλιάδων υποψηφίων από τα δημόσια Πανεπιστήμια και ΤΕΙ της πατρίδας μας, ώστε αυτοί να αποτελέσουν την εύκολη πελατεία των ποικιλώνυμων ιδιωτικών μεταλυκειακών κέντρων και των ξένων ΑΕΙ.

Όλα δείχνουν ότι η θέσπιση της βάσης του 10 από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση ποιοτικής μεταβολής. Το ποιοτικό άλμα στην εκπαίδευση θα συντελεστεί μόνο με την ουσιαστική και σε βάθος αναβάθμιση του επιπέδου των σπουδών στην υποχρεωτική εκπαίδευση και στο λύκειο. Άλλως, η όλη συζήτηση θα είναι προσχηματική και αποπροσανατολιστική, γιατί δεν θα στοχεύει στον πυρήνα του προβλήματος, αλλά στη διαχείριση της μετριότητας.

Είναι, πάντως, ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό το γεγονός ότι για πρώτη φορά η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και μεμονωμένα, υπακούοντας σε επικοινωνιακές λογικές της στιγμής. Το προσμετρώ στα θετικά πεπραγμένα της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας.

Θέλω να κλείσω την ενότητα των κεφαλαίων 4, 5, και 6 αναφερόμενος σε δύο σημεία του σ/ν. Το πρώτο αφορά τις ρυθμίσεις για τα Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης. Είναι σε όλους γνωστές οι αντιρρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από τον Απρίλιο του 2009, σχετικά με τη συμβατότητα των διατάξεων του νόμου της Ν.Δ., όπως επίσης η απόφαση του Κολεγίου των Επιτρόπων, η οποία δημιούργησε συνθήκες νέας αντιδικίας της χώρας μας με την Κοινότητα. Η τροποποίηση των επίμαχων άρθρων του προηγούμενου νόμου γίνεται για να υπάρξει η επιβαλλόμενη προσαρμογή στις απαιτήσεις της ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του ΝΣΚ, σύμφωνα με την οποία το σύνολο των χορηγηθεισών αδειών από τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Άρη Σπηλιωτόπουλο, και μάλιστα δύο ημέρες πριν τις εκλογές, ήταν παράνομες. Εκτός της αλλαγής της ονομασίας από Κολέγια σε Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης, τη σημειολογία της οποίας νομίζω ότι κατανοούμε άπαντες, αξίζει να αναφέρει κανείς και τη ρύθμιση του σ/ν που αναθέτει στο ΕΚΕΠΙΣ το έργο αξιολόγησης, ελέγχου και χορήγησης αδειών λειτουργίας των εν λόγω κέντρων, σε αντίθεση με την προηγούμενη διάταξη, που έδινε αυτό το δικαίωμα στην αμφιβόλου αξιοπιστίας Επιτροπή Ελέγχου Κολεγίων.

Το δεύτερο σημείο αφορά την ιδιωτική εκπαίδευση. Το σ/ν επιχειρεί τον εξορθολογισμό της λειτουργίας των ιδιωτικών σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της ιδιωτικής εκπαίδευσης όχι υπό την έννοια της απλής επιχείρησης της αγοράς, αλλά ως ένα συστατικό φορέα του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Στα έξι, περίπου, χρόνια κυβερνητικής θητείας της Ν.Δ. οι είκοσι μία (21) νομοθετικές της πρωτοβουλίες στο χώρο της εκπαίδευσης ήταν ένα άθροισμα επιπόλαιων, ετερόκλητων, αντιφατικών, πρόχειρων, μη επιστημονικά επεξεργασμένων και εν πολλοίς αλληλοαναιρούμενων επιμέρους ρυθμίσεων. Αποσπασματικότητα και αναποτελεσματικότητα παντού. Ο συνδυασμός προχειρότητας και άγνοιας έγινε απολύτως εμφανής κατά τη νομοθετική της παρέμβαση στο χώρο της τεχνικής εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα την πλήρη διάλυσή της. Σήμερα τεχνική εκπαίδευση υφίσταται απλώς στα χαρτιά.

Εξ αυτού του λόγου και μόνο δεν θα περίμενε κανείς από την αξιωματική αντιπολίτευση διαφορετική αντιμετώπιση του πολυνομοσχεδίου, που η κυβέρνηση κατέθεσε προς ψήφιση. Ουδέποτε αυτή η παράταξη στήριξε τις αλλαγές στο χώρο της εκπαίδευσης. Πολέμησε τον Εκπαιδευτικό Όμιλο και δίωξε τους πρωτεργάτες του, πρωταγωνίστησε στη “δίκη των τόνων” εναντίον του μεγίστου των Ελλήνων φιλολόγων, αείμνηστου Γιάννη Κακριδή, αντιστάθηκε στις εκπαιδευτικές αλλαγές των κυβερνήσεων Βενιζέλου, δαιμονοποίησε τη μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964, καταψήφισε το Ν. 1566/85 που όμως ως κυβέρνηση δεν τόλμησε να αλλάξει, αντιτάχτηκε σε κάθε καινοτόμο θεσμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, υπονόμευσε κάθε προσπάθεια αξιοκρατίας. Το μόνο που η Ν.Δ. έπραξε διαχρονικά, ομολογώ με επιδεξιότητα και συνέπεια, ήταν η άσκηση συνειδητής πελατειακής πολιτικής. Οι συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς ταλαιπωρούν τον εκπαιδευτικό χώρο ακόμη και σήμερα.

Στην άλλη πλευρά της αντιπολίτευσης η εκφορά δημόσιου λόγου έχει άλλα χαρακτηριστικά. Οι δυνάμεις της αριστεράς, παραδοσιακής και ανανεωτικής, αδυνατούν να αντιληφθούν ότι εκτός από την οργάνωση της αντίστασης στις επιθέσεις του κεφαλαίου πρέπει να διαθέτουν σχέδιο και στρατηγική, που χωρίς να αγνοεί το αύριο οφείλει να μην αδιαφορεί και για το σήμερα. Ο επιπόλαιος ακτιβισμός και η ακατάσχετη αντι-συστημική ρητορική δεν αρκούν για να αποτρέψουν από μόνα τους τις αρνητικές εξελίξεις. Το να λες “όχι σε όλα”, να πλειοδοτείς σε μαξιμαλιστικές προτάσεις και να φωνάζεις πιο δυνατά από τους άλλους χωρίς να προτείνεις λύσεις, δε σημαίνει ότι υπηρετείς τα συμφέροντα των εργαζομένων. Αντιθέτως, είναι η πιο καθαρή ομολογία παραίτησης από την υπεράσπισή τους.

Η λογική αυτή κυριάρχησε και κατά τη συζήτηση του σ/ν στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. Ως απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εκπαίδευση κατατέθηκαν απόψεις όπως: “δεν θα επιτρέψουμε να εφαρμοστεί ο νόμος” ή “γιατί εγκαταλείπετε τους εκπαιδευτικούς στα κουτσοχώρια για τρία χρόνια”. Τις αφήνω ασχολίαστες και τις δύο. Πάντως τα σχολεία δεν πρόκειται να πάρουν άδεια από κανέναν για να λειτουργήσουν το Σεπτέμβριο και τα παιδιά στα “κουτσοχώρια” της πατρίδας μας θα έχουν όσους εκπαιδευτικούς χρειάζονται με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς.

Στην ισοπεδωτική, γι' αυτό και ατελέσφορη, κριτική της αντιπολίτευσης το ΠΑΣΟΚ αντιπαραθέτει την εμπιστοσύνη στον Έλληνα εκπαιδευτικό και στο δημόσιο σχολείο της πατρίδας μας, την πολιτική τόλμη και τη διάθεση διαλόγου με όλους και για όλα. Το πολυνομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα αποτελεί αφετηρία ανατροπών και αλλαγών, που επιβάλλεται να συντελεστούν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί την εκπαίδευση ως τον πλέον προνομιακό δημόσιο χώρο άσκησης ελευθερίας και ευθύνης. Στην “επανάσταση” του αυτονόητου το Υπουργείο Παιδείας θεωρεί συνοδοιπόρους και συμμάχους του τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές, τους γονείς, την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Η υπερψήφιση του σ/ν, επί της αρχής, αποτελεί προσωπική και συλλογική πράξη πολιτικής ευθύνης.

Σας ευχαριστώ.