12 Ιουνίου 2009

Ο Παναγιώτης Μυλωνάς και η ελληνική παράδοση του Μ.Γ. Βαρβούνη

Παναγιώτης Μυλωνάς

Γεννήθηκε στη Λάπα Πατρών Αχαΐας το 1950 και έχει βορειοηπειρωτικές ρίζες. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, σπούδασε θεολογία και πολιτικές επιστήμες.
Από τα δεκαεννιά του χρόνια είναι στην Ε.Ρ.Τ. υπεύθυνος της Εθνικής Παραδοσιακής Μουσικής. Σαράντα ένα χρόνια συνεχούς παρουσίας στα κρατικά κανάλια, σαράντα ένα χρόνια συνεχούς προσπάθειας και δημιουργίας. Είναι δε παραγωγός πολλών τηλεοπτικών εκπομπών, οι οποίες χαρακτηρίζονται για την ποιότητα και αρτιότητα τους.



Ο Παναγιώτης Μυλωνάς και η ελληνική παράδοση

Του Μ.Γ. Βαρβούνη

Ο Παναγιώτης Μυλωνάς αποτελεί πρόσωπο οικείο σε όλους μας, κυρίως λόγω της κυριακάτικης πρωινής εκπομπής του, από την οποία χρόνια τώρα μας ξεναγεί στα μυστικά της ελληνικής μουσικοχορευτικής παράδοσης. Μια εκπομπή από την οποία παρελαύνουν τραγουδιστές και συγκροτήματα, δίνοντάς μας μια πανδαισία χορών, κινήσεων και ακουσμάτων. Χρόνια τώρα συγκεντρώνει στοιχεία από επαφές και επιτόπιες καταγραφές, πλουτίζοντας και την ΕΡΤ με ένα πολύτιμο αρχείο, πρόσφορο όχι μόνο για την προβολή των στοιχείων που περιέχει, αλλά και για την έρευνα της λαϊκής μουσικοχορευτικής μας παράδοσης.

Το έργο αυτό είναι από μόνο του πολύτιμο. Η επαφή με τους εθνοτοπικούς συλλόγους και η προβολή του έργου τους, αλλά και η συγκέντρωση μαρτυριών για τους πολλούς και ποικίλους χορούς της Ελλάδας, είναι φάρος που οδηγεί το έργο και τα βήματα των ομοτέχνων του, ιδίως στους χαλεπούς καιρούς μας. Απογυμνωμένος από τις παραδοσιακές αξίες του, ο λαϊκός άνθρωπος αναζητά αγωνιωδώς έρμα για την καθημερινή του ζωή. Και το έρμα αυτό, εντοπίζεται πια στην λαϊκή παράδοση και στην ορθόδοξη Εκκλησία. Στα δύο εκείνα στοιχεία δηλαδή που ανέκαθεν στήριξαν, περιχαράκωσαν και συσπείρωσαν τον Ελληνισμό σε δύσκολες ιστορικές συγκυρίες, όπως για παράδειγμα στην εποχή της τουρκοκρατίας.

Ο Παναγιώτης Μυλωνάς έχει στενή και οργανική επαφή και με τους δύο αυτούς πυλώνες της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας. Είναι λιγότερο ίσως γνωστό ότι χρόνια τώρα υπηρετεί και το ψαλτήρι, άλλωστε ο ίδιος παρουσιάζει συχνά πανηγυρικές λειτουργίες, εκκλησιαστικά γεγονότα και επισκέψεις εκκλησιαστικών ηγετών στα κέντρα της Ορθοδοξίας, με γνώση, σεμνότητα και ενημερωμένη περίσκεψη.

Όλοι εμείς, το πλήρωμα της Εκκλησίας, θεωρούμε σχεδόν αυτονόητη την ύπαρξη των ιεροψαλτών, σαν ένα απαραίτητο αλλά και αυτομάτως υπάρχον συστατικό της θείας λατρείας. Λίγοι ωστόσο συνειδητοποιούμε ότι η παρουσία του ιεροψάλτη στο αναλόγιο προϋποθέτει αγώνα και προσπάθεια, προετοιμασία και μελέτη, κόπο που μπορούμε να τον συνειδητοποιήσουμε μόνο αν εμείς δοκιμάσουμε να ανεβούμε στο ψαλτήρι και να ψάλλουμε. Ο Παναγιώτης Μυλωνάς εκπροσωπεί αυτή τη σεμνή παράδοση, που και μουσικά συναρμόζεται με το δημοτικό μας τραγούδι, τους ρυθμούς και τις μελωδίες του.

Για τους λόγους αυτούς, ο Μυλωνάς κατέχει ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση μέσα στην ελληνική παράδοση, τόσο την κοσμική, όσο και την εκκλησιαστική. Γι’ αυτό και ενσαρκώνει την ενοποίηση αυτής της παράδοσης, που εμείς με τις σχολαστικές μας διαιρέσεις την έχουμε περιχαρακώσει σε διαφορετικά κομμάτια, σε διαφορετικούς τομείς του επιστητού, ενώ στην ψυχή του λαού μας είναι μία και ενιαία πράξη πολιτισμού και λατρείας, λατρείας όχι μόνο για τον Θεό, αλλά και για το δημιούργημά του, τον κόσμο, που το δημοτικό τραγούδι υμνεί, ακριβώς όπως η ψαλμωδία υμνεί τον κοσμουργό και πλάστη, τον δημιουργό Θεό.

Επέμεινα ίσως λίγο περισσότερο στην ενότητα αυτή, γιατί νομίζω ότι αποτελεί την πεμπτουσία του έργου του Παναγιώτη Μυλωνά, αυτό που κανείς μπορεί να προσλάβει ως μέγιστο δίδαγμα από τη δράση και το έργο του. Ένα δίδαγμα που προβάλλεται ενώπιόν μας κάθε Κυριακή, σε κάθε εκπομπή ή ζωντανή μετάδοσή του, που διδάσκει μέσα από τα ίδια τα πράγματα, εμπράκτως, πέρα από θεωρητικά σχήματα και κατασκευές, που συχνά περιπλέκουν τα πράγματα και συσκοτίζουν τις έννοιες, αντί να αποτελούν εργαλεία κατανόησης.

Για τους λόγους αυτούς, κάθε παρουσία του Παναγιώτη Μυλωνά, κάθε συμμετοχή του σε εκδήλωση είναι γεγονός πολιτισμού, πράξη παράδοσης και αγάπης σεβαστικής προς τις ρίζες του Ελληνισμού, τις ρίζες αυτές που συχνά παραθεωρούμε ή παραβλέπουμε, που δεν μπορούμε όμως να απαρνηθούμε, γιατί βρίσκονται μέσα στον ψυχισμό και στην εθνική μας ιδιοσυγκρασία.