4 Ιουνίου 2009

Ολόκληρη η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων...


.

...για τη χορήγηση πλήρους της δικογραφίας για την Siemens

Oπως γράψαμε νωρίτερα (εδώ), μετά την άρνηση των ελληνικών ανακριτικών αρχών να τους χορηγήσουν όλα τα έγγραφα της σχετικής δικογραφίας οι δικηγόροι Γιάννης Μαντζουράνης και Βασίλης Χειρδάρης προσφεύγουν για λογαριασμό του κατηγορούμενου Γ. Σκαρπέλη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταθέτοντας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να τους παραδοθούν "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα".
Περιγράφοντας το ιστορικό της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος ζητά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων "όπως παρέμβει ώστε να μου χορηγηθούν αντίγραφα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας που έχει σχηματιστεί εις βάρος μου και σε κάθε περίπτωση των αναφερόμενων στις προαναφερόμενες σχετικές αιτήσεις μου εγγράφων πριν την απολογία μου καθώς και τη μη επιβολή προσωρινής κράτησης πριν λάβω γνώση όλων των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας και δυνηθώ να απολογηθώ".

Δημοσιεύουμε ολόκληρο το κείμενο της Αίτησης:
"ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΓΑΛΛΙΑ
ΑΙΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

(άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου/ΕΠΕΙΓΟΝ)
Του Γεώργιου Σκαρπέλη του Παναγιώτη, κατοίκου Ελλάδας (GREECE) (Δάφνη Αττικής, Πλατεία Ζωοδόχου Πηγής, αριθμός 1Α,)
ΚΑΤΑ Του κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (GREECE).

1.- ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Είμαι Έλληνας υπήκοος και κάτοικος Ελλάδας, κατοικώ δε στη διεύθυνση που αναφέρω ανωτέρω.
Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 314/8-4-2009 Κλήση Κατηγορουμένου εκλήθην να...
εμφανισθώ αυτοπροσώπως ενώπιον του κ. Ανακριτή του 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών για να απολογηθώ για τα αποδιδόμενα σε εμένα εγκλήματα:
α) της κατά συναυτουργία εξακολουθητικής παθητικής δωροδοκίας, η οποία στρέφεται κατά νομικού προσώπου και από την οποία το επιδιωχθέν όφελος και αντιστοίχως η προκληθείσα ή απειληθείσα σε βάρος του Δημοσίου και του Νομικού Προσώπου με την επωνυμία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος» ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 € και β) της κατά συναυτουργία εξακολουθητικής νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα,
Κατά την προμνησθείσα ημερομηνία εμφάνισής μου προς απολογία την 13.04.2009 προσήλθα στο γραφείο του αρμοδίου Ανακριτή, διόρισα συνηγόρους υπεράσπισής μου, έλαβα προθεσμία για να απολογηθώ την 12-5-2009 και εζήτησα αντίγραφα όλων των εγγράφων της σχηματισθείσης εναντίον μου ποινικής δικογραφίας ενώ τις αμέσως επόμενες ημέρες έλαβα τμηματικώς αντίγραφα ορισμένων και όχι απάντων των περιεχομένων στην σχηματισθείσα σχετική ποινική δικογραφία εγγράφων.
Στη συνέχεια κατέθεσα την από 5.05.2009 αίτηση ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθούν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα συγκροτούντα τον αποδεικτικό πυρήνα των εναντίον μου κατηγοριών έγγραφα, τα οποία ήταν αναγκαία για την υπεράσπισή μου και επ’ ουδενί δεν μπορούσα να απολογηθώ χωρίς να λάβω γνώση αυτών, όπως λεπτομερώς αναφέρονταν αυτά στην εν λόγω αίτηση.
Ο ανωτέρω ανακριτής προέβη στην χορήγηση ορισμένων μόνο εγγράφων από τα αιτηθέντα με την από 5.5.2009 αίτησή μου, με την αιτιολογία ότι τα υπόλοιπα έγγραφα, που ρητώς και προφορικώς αρνήθηκε να μου χορηγήσει, καίτοι αποτελούσαν μέρος μίας ενιαίας ποινικής δικογραφίας, δεν αφορούσαν τις εις βάρος μου ποινικές κατηγορίες και γι’ αυτό ουδείς λόγος συνέτρεχε για την χορήγηση τους σε εμένα.
Την 7.05.2009 κατέθεσα αίτηση ενώπιον του του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθεί νέα προθεσμία για να απολογηθώ για τα αποδιδόμενα σε εμένα εγκλήματα δεδομένου ότι δεν είχα λάβει γνώση όλων των εγγράφων της σχηματισθείσας εναντίον μου ποινικής δικογραφίας.
Στη συνέχεια κατέθεσα την από 11.05.2009 αίτηση μου ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθούν τα υπολειπόμενα έγγραφα, όπως λεπτομερώς αναφέρονταν στην εν λόγω αίτηση και τα οποία δεν είχα λάβει μέχρι τότε, όπως επίσης και επίσημη μετάφραση όλων των ξενόγλωσσων αιτούμενων εγγράφων στην ελληνική γλώσσα, που μόνον γνωρίζω και κατανοώ.
Την αυτή ημέρα (11.05.2009) κατέθεσα αίτηση ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθεί νέα προθεσμία για να απολογηθώ για τα αποδιδόμενα σε εμένα εγκλήματα δεδομένου ότι δεν είχα λάβει γνώση όλων των εγγράφων της σχηματισθείσας εναντίον μου ποινικής δικογραφίας.
Μετά την χορηγηθείσα νέα προθεσμία προς απολογία την 20.05.2009 και πάλιν διαπιστώθηκε ότι στην εναντίον μου σχηματισθείσα ποινική δικογραφία περιέχονταν έγγραφα, τα οποία δεν μου είχαν χορηγηθεί μέχρι τότε.
Την 13.05.2009 κατέθεσα νέα αίτηση μου ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθούν τα υπολειπόμενα έγγραφα, όπως λεπτομερώς αναφέρονταν στην εν λόγω αίτηση, γνώση των οποίων δεν είχα λάβει μέχρι τότε.
Στη συνέχεια κατέθεσα την από 18.05.2009 αίτηση ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθεί επίσημη μετάφραση των ξενόγλωσσων εγγράφων τα οποία επισυνάπτονταν στην παρούσα αίτηση, και τα οποία εστάλησαν στις ελληνικές δικαστικές αρχές από την Αυστρία, αφορούσαν δε στο άνοιγμα και την κίνηση Τραπεζικού Λογαριασμού ο οποίος σύμφωνα με την κατηγορία φέρεται να ανήκει σ’ εμένα και να έχουν εμβασθεί σ’ αυτόν τα χρηματικά ποσά της αποδιδόμενης σ’ εμένα παθητικής δωροδοκίας, όπως και προθεσμία προς απολογία μετά την παράδοση της επίσημης μετάφρασης των εγγράφων στην ελληνική γλώσσα.
Την 19.05.2009 κατέθεσα Αίτηση-Ένσταση ενώπιον του ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθούν αντίγραφα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της εναντίον μου σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, όπως επίσης και επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα των εγγράφων, που επισυνάπτονταν στην από 18.05.209 αίτησή μου.
Την αυτή ημέρα (19.05.2009) κατέθεσα αίτηση ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να αναβληθεί η απολογία μου μέχρι την λήψη αρνητικής ή θετικής απάντησης των αρμόδιων αρχών της Αυστρίας σε υποβληθέντα Συμπληρωματικά Αιτήματα Δικαστικής Συνδρομής από τις ελληνικές αρχές, και τα οποία αναφέρονταν στο πρόσωπό μου.
Την αυτή ημέρα (19.05.2009) κατέθεσα αίτηση ενώπιον του κ. Ανακριτή 4ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος να μου χορηγηθεί νέα προθεσμία για να απολογηθώ για τα αποδιδόμενα σε εμένα αδικήματα.
Μετά την χορηγηθείσα νέα προθεσμία προς απολογία την 29.05.2009 και πάλιν διαπιστώθηκε ότι στην ενώπιον μου σχηματισθείσα ποινική δικογραφία περιέχονται έγγραφα, τα οποία δεν μου είχαν χορηγηθεί μέχρι τότε.
Την 20.05.2009, οι διορισμένοι από εμένα δικηγόροι, Νικόλαος Ανδρουλάκης και Ιωάννης Μαντζουράνης, δήλωσαν ότι αδυνατούν να εκτελέσουν το υπερασπιστικό τους έργο δεδομένης της μη χορήγησης όλων των εγγράφων της δικογραφίας, της επιλογής των χορηγημένων εγγράφων κατά την ανέλεγκτη ανακριτική κρίση και της απόκρυψης κρίσιμων για την υπεράσπισή μου εγγράφων.
Τέλος, την 22.05.2009 και δεδομένου ότι δεν έλαβα γνώση των αναφερόμενων στις αιτήσεις μου εγγράφων κατέθεσα προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αιτούμενος μεταξύ άλλων να ακυρωθεί η πράξη της γνωστοποίησης του περιεχομένου και της χορήγησης αντιγράφων μέρους και όχι του συνόλου των εγγράφων της εναντίον μου σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και να διαταχθεί η επανάληψή της με την γνωστοποίηση του περιεχομένου και τη χορήγηση αντιγράφων ανεξαιρέτως όλων των εγγράφων της εναντίον μου σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας.
Την 1.06.2009, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 1709/2009 με το οποίο άρθηκε υπέρ εμού, η διαφωνία μεταξύ εμού και του 4ου Ειδικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, περί χορηγήσεως μου αντιγράφων όσων εκ των εγγράφων δε μου έχουν χορηγηθεί από την εις βάρος μου σχηματισθείσα ανακριτική δικογραφία. Σημειώνεται δε ότι το βούλευμα αποφασίστηκε στις 29.05.2009.
Την 29.05.2009, εμφανίσθηκα ενώπιον του 4ου Ειδικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, ανακάλεσα τον διορισμό των αρχικών συνηγόρων μου, διόρισα νέο συνήγορο τον Δημήτριο Τσοβόλα και έλαβα προθεσμία να απολογηθώ την 15.06.2009.
Το απόγευμα της αυτής ημέρας (29.05.2009), και παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις το ανακριτή περί χορηγήσεώς μου όλων των αντιγράφων των εγγράφων που ζητούσα με τις ανωτέρω αιτήσεις μου, όπως δέχτηκε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, τα οποία ουδέποτε μου δόθηκαν, μου επιδόθηκε η από 28.05.2009 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και μου επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.
Το βράδυ της αυτής ημέρας (29.05.2009) συνελήφθηκα δυνάμει του υπ’ αριθμ. 3/29.05.09 εντάλματος σύλληψης, στην οικία μου!
Την 30.05.2009 εμφανίστηκα ενώπιον του Ανακριτή, όποτε και μου δόθηκε προθεσμία να απολογηθώ την 1.06.2009, όποτε και εμφανίστηκα ενώπιον του Ανακριτή, εζήτησα αντίγραφα όλων των εγγράφων της εναντίον μου δικογραφίας καθώς και νέα προθεσμία προς απολογία, η οποία και ορίσθηκε για την 3.06.2009, που είναι η προβλεπόμενη από το ελληνικό Σύνταγμα απώτατη ημερομηνία λήψης απολογίας οποιουδήποτε συλληφθέντος πολίτη.
2.-ΕΠΚΑΛΟΥΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ-ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Παραβίαση του δικαιώματός μου σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) σε συνδυασμό με τις ειδικότερες πτυχές αυτού α) του δικαιώματος μου γνώσης της κατηγορίας και διάθεσης επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής μου (άρθρο 6 παρ.3 α και β της ΕΣΔΑ) και β) του δικαιώματος μου σιωπής και μη αυτοενεχοποίησης, (άρθρο 6 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ).
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ: «1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως, δηµoσία και εvτός λoγικής πρoθεσµίας υπό αvεξαρτήτoυ και αµερoλήπτoυ δικαστηρίoυ, voµίµως λειτoυργoύvτoς, τo oπoίov θα απoφασίση είτε επί τωv αµφισβητήσεωv επί τωv δικαιωµάτωv και υπoχρεώσεώv τoυ αστικής φύσεως, είτε επί τoυ βασίµoυ πάσης εvαvτίov τoυ κατηγoρίας πoιvικής φύσεως.»
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ: « Παv πρόσωπov κατηγoρoύµεvov επί αδικήµατι τεκµαίρεται ότι είvαι αθώov µέχρι της voµίµoυ απoδείξεως της εvoχής τoυ.»
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 α, β της ΕΣΔΑ: «3. Ειδικώτερov, πας κατηγoρoύµεvoς έχει δικαίωµα: .. α) όπως πληρoφορηθή, εv τη βραχυτέρα πρoθεσµία εις γλώσσαv τηv oπoίαv εvvoεί και εv λεπτoµερεία τηv φύσιv και τov λόγov της εvαvτίov τoυ κατηγoρίας, β) όπως διαθέτη τov χρόvov και τας αvαγκαίας ευκoλίας πρoς πρoετoιµασίαv της υπερασπίσεώς τoυ.»
Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (απόφαση Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 5.11.2002) το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης και το δικαίωμα σιωπής αποτελούν γενικά αναγνωρισμένες διεθνείς εγγυήσεις, που ανήκουν στον πυρήνα μιας δίκαιης διαδικασίας. Ο σκοπός τους είναι να προστατεύουν τον κατηγορούμενο από τον ανεπίτρεπτο καταναγκασμό εκ μέρους των αρχών, εξασφαλίζοντας έτσι τους σκοπούς του άρθρου 6. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης πρωτίστως αφορά το σεβασμό της βούλησης ενός κατηγορουμένου προσώπου και προϋποθέτει ότι η κατηγορούσα αρχή αποσκοπεί να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου χωρίς να προσφεύγει σε αποδείξεις που αποκτήθηκαν με μεθόδους που χρησιμοποιούν απειλή ή καταπίεση να καμφθεί η βούληση του κατηγορουμένου. Το ΕΔΔΑ προσθέτει ότι εξετάζοντας αν μια διαδικασία έχει εξαλείψει την ουσία του προνομίου μη αυτοενεχοποίσης, αυτό θα εξετάσει τη φύση και το βαθμό του καταναγκασμού, την ύπαρξη σχετικών εγγυήσεων στις διαδικασίες, και τον τρόπο χρήσης των στοιχείων που αποκτήθηκαν με αυτό τον τρόπο.
Το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος σιωπής δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις άσκησης πίεσης για να καμφθεί η βούληση του κατηγορουμένου. Το δικαίωμα αυτό προστατεύει την ελευθερία επιλογής που έχει ένα ύποπτο πρόσωπο να επιλέξει αν θα μιλήσει ή όχι. Αυτή η ελευθερία επιλογής ουσιαστικά υπονομεύεται στις περιπτώσεις που οι αρχές χρησιμοποιούν κάποιο τέχνασμα για να αποσπάσουν από τον ύποπτο συγκεκριμένη συμπεριφορά και να την χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια ως απόδειξη στη δίκη.
Σύμφωνα με την διάταξη 101 του ελληνικού Κ.Π.Δ, θεμελιώδες του δικαίωμα του κατηγορουμένου αποτελεί η γνώση του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας εις βάρος του.
Επισημαίνεται επίσης ότι, συμφώνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 270 και 271 του ελληνικού Κ.Π.Δ., αναγκαίος όρος για την περάτωση της κυρίας ανάκρισης είναι η απολογία του κατηγορουμένου, όπερ σημαίνει ότι στις προαναφερόμενες διατάξεις θεσμοθετείται υποχρέωση του κατηγορουμένου, όπως εμφανισθεί ενώπιον του ανακριτή και απολογηθεί. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι η άλλη όψη της υποχρέωσης του κατηγορουμένου να απολογηθεί αντιστοιχεί στο δικαίωμά του να απολογηθεί και να αποκρούσει την κατηγορία, με άμεσο συνεπακόλουθο η απολογία του κατηγορουμένου να μην αποτελεί απλώς και μόνον υποχρέωση, άλλα και δικαίωμα αυτού.
Εξάλλου η εν λόγω θέση ενισχύεται και από το ότι η απολογία του κατηγορουμένου αποτελεί αποδεικτικό μέσο, που μπορεί, αναλόγως με το περιεχόμενό της, να χρησιμοποιηθεί τόσον υπέρ όσον και εναντίον του, όπερ αποκτά ιδιαίτερη αξία στο πλαίσιο της απολογίας του κατηγορουμένου στην κυρία ανάκριση, όπου αυτή θα συνεκτιμηθεί και για την τυχόν επιβολή της προσωρινής κράτησης ή άλλου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού.
Περαιτέρω δε σύμφωνα με νομολογία του ΕΔΔΑ, στην έννοια της «αναγκαίας ευκoλίας πρoς πρoετoιµασίαv» της υπερασπίσεώς, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα πρόσβασης στη δικογραφίας που έχει σχηματισθεί σε βάρος του κατηγορουμένου (Bonzi κατά Ελβετίας, προσφυγή αρ. 7854/77, Guy Jespers κατά Βελγίου, προσφυγή αρ. 8404/78). Περαιτέρω δε το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι «Οι διαδικασίες θα πρέπει να διεξάγονται κατ’ αντιδικία και θα πρέπει πάντα να εξασφαλίζεται «η ισότητα των όπλων» ανάμεσα στα μέρη, την κατηγορούσα αρχή και τον κατηγορούμενο. Η ισότητα των όπλων δεν εξασφαλίζεται όταν ο συνήγορος δεν έχει πρόσβαση σε εκείνα τα έγγραφα της ανάκρισης τα οποία είναι ουσιώδη, ώστε να ανατρέψουν την νομιμότητα της κράτησης … Το Δικαστήριο αναγνωρίζει την ανάγκη να διεξαχθεί η ανάκριση αποτελεσματικά, το οποίο εφαρμόζεται και στο κομμάτι συλλογής πληροφοριών κατά την διάρκεια αυτής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην παραποιούνται τα στοιχεία και να υποβιβάζεται το έργο της δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, αυτός ο νόμιμος σκοπός δεν μπορεί να θέτει ένα ουσιώδη περιορισμό στο δικαίωμα της υπεράσπισης.» (απόφαση Lietzow κατά Γερμανίας).
Στην παρούσα λοιπόν υπόθεση, καίτοι επανειλημμένως οι συνήγοροι υπεράσπισής μου αιτήθηκαν την χορήγηση συγκεκριμένων εγγράφων από το σύνολο της σχηματισθείσας εις βάρος μου ποινικής δικογραφίας , αιτιολογώντας την σημασία αυτών για την υπεράσπισή μου, και καίτοι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το υπ’ αριθμ. 1709/2009 Βούλευμα του έκανε δεκτό το αίτημά μου περί χορήγησης των αντιγράφων όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας, οι ελληνικές αρχές αρνούνται αδικαιολογήτως να μου τα χορηγήσουν, εξαναγκάζοντάς με να σιωπήσω ως προς αυτά, στερώντας μου έτσι το δικαίωμα να αποκρούσω την κατηγορία και να υπερασπίσω τον εαυτό μου.
Ουσιαστικά, με το τέχνασμα αυτό, ήτοι την απόκρυψη των σχετικών εγγράφων, οι ελληνικές αρχές μου καταργούν το αποδεικτικό μέσο της απολογίας, που αποτελεί το βασικότερο αποδεικτικό μέσο του κατηγορουμένου έτσι ώστε η επιβολή προσωρινής κράτησης να καθίσταται εκ των προτέρων δεδομένη.
Πλέον αυτού, υπάρχει επικείμενος κίνδυνος να καταλυθεί το δικαίωμα μου υπεράσπισης από συνήγορο της επιλογής μου, που απορρέει από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεδομένου ότι οι μέχρι τώρα διορισμένοι δικηγόροι αδυνατούν να εκτελέσουν τα υπερασπιστικά καθήκοντα τους, δεδομένης της μη χορήγησης όλων των εγγράφων της δικογραφίας, της επιλογής των χορηγημένων εγγράφων κατά την ανέλεγκτη ανακριτική κρίση και της απόκρυψης κρίσιμων για την υπεράσπισή μου εγγράφων.
Επομένως, η μη λήψη γνώσης των εγγράφων, όπως αναφέρεται διεξοδικά ανωτέρω, και τα οποία είναι γνωστά στις ελληνικές ανακριτικές αρχές, παραβιάζει ευθέως και κατά παράβαση της ισότητας των όπλων το υπερασπιστικό μου δικαίωμα και φαλκιδεύει εμμέσως το σύνολο των υπερασπιστικών μου δικαιωμάτων, με άμεσο επακόλουθο να καθίσταται ανέφικτη η αποτελεσματική και πλήρης απόκρουση των εναντίον μου ποινικών κατηγοριών και η επιβολή της προσωρινής μου κράτησης να καθίσταται αναπόφευκτη και καταφανώς προειλημμένη.

3. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Με την παρούσα αίτηση μου ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 39 του κανονισμού/ΕΠΕΙΓΟΝ) κατά της Ελλάδος, αιτούμαι από το Δικαστήριο Σας (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), ενόψει της απολογίας μου ενώπιον του 4ου Ειδικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών και της προδήλως προειλημμένης ανακριτικής κρίσης για την επιβολή προσωρινής κράτησης, όπως παρέμβει ώστε να μου χορηγηθούν αντίγραφα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της υπ’ αριθμ. ΑΒΜ Ω05/4 και Ω 07/50 ποινικής δικογραφίας που έχει σχηματιστεί εις βάρος μου και σε κάθε περίπτωση των αναφερόμενων στις προαναφερόμενες σχετικές αιτήσεις μου εγγράφων πριν την απολογία μου καθώς και τη μη επιβολή προσωρινής κράτησης πριν λάβω γνώση όλων των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας και δυνηθώ να απολογηθώ.
Σας αποστέλλω δε σήμερα την αίτησή μου μέσω τηλεομοιοτυπίας (φαξ) και με συστημένη επιστολή μέσω των Ελληνικών Ταχυδρομείων, επισυνάπτοντας τα επικαλούμενα έγγραφα.
Με την παρούσα διορίζω αντίκλητους και νόμιμους εκπροσώπους μου τους Δικηγόρους Αθηνών α) Βασίλη Χειρδάρη (Αινιάνος 8 Αθήνα, 104 34 Ελλάδα τηλ. (0030) 210.64.64.713, fax (0030) 210.64.62.835, κιν. (0030) 6944.30.70.18) και β) Ιωάννη Μαντζουράνη (Μαυροματαίων 29, Αθήνα 104 34 Ελλάδα).
Ι reserve to post my request for interim measures in english language too.
Αθήνα 2 Ιουνίου 2009
Υπογραφή του εκπροσώπου του προσφεύγοντα"