3 Νοεμβρίου 2008

Τι ενόχλησε τους τραπεζίτες



ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ με «διαιτητή» την Τράπεζα της Ελλάδος φαίνεται να τα είχαν βρει έως την περασμένη Πέμπτη, όταν μετά την οξύτατη κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τις αντιδράσεις των κοινωνικών εταίρων, αλλά και το νέο «χτύπημα» Βγενόπουλου, ο υπουργός Οικονομίας προχώρησε σε διορθωτικές κινήσεις στο νομοσχέδιο. Ο κ. Αλογοσκούφης ανακοίνωσε ότι:

1Κόβονται τα μπόνους στα στελέχη των τραπεζών και εφαρμόζεται πλαφόν στις αμοιβές τους, ίσο με το ύψος των αποδοχών του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, με νομοθετική διάταξη που θα προστεθεί στο νομοσχέδιο. Στο αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου όπως κατατέθηκε στη Βουλή δεν είχε περιληφθεί σχετική διάταξη, παρά τις εξαγγελίες του υπουργού Οικονομίας.

2Δημιουργείται Συμβούλιο Εποπτείας Εφαρμογής του σχεδίου υπό την προεδρία του υπουργού Οικονομίας, στο οποίο μετέχουν και οι εκπρόσωποι του Δημοσίου στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών, το οποίο θα παρακολουθεί τις εκταμιεύσεις δανείων με «ανταγωνιστικούς» όρους προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

3Τίθεται πλαφόν στα διανεμόμενα μερίσματα ίσο με το 35% επί των συνολικών κερδών. Έμμεση απόρριψη
Οι ανακοινώσεις θορύβησαν τις διοικήσεις των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών, που σύμφωνα με πληροφορίες συντόνισαν την αντίδρασή τους. Η Τράπεζα Πειραιώς, με επιστολή της στην Τράπεζα της Ελλάδος, γνωστοποίησε ότι ο δείκτης κυρίων κεφαλαίων βρίσκεται σε επίπεδο άνω του 8% και άρα δεν χρειάζεται να αυξηθεί, όπως είχε ζητήσει με επιστολή του στις 27 Οκτωβρίου ο διοικητής Γ. Προβόπουλος.

Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της, και η Εurobank έκανε γνωστό ότι ο δείκτης συνολικής κεφαλαιακής επάρκειας, σύμφωνα με τη Βασιλεία ΙΙ, βρίσκεται στο 11%, έναντι ορίου 8% που έχει θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ανακοινώσεις αυτές κρίθηκαν ως έμμεση απόρριψη του σχεδίου της κυβέρνησης. Οι δύο τράπεζες δεν φαίνεται να χρειάζεται να εκδώσουν προνομιούχες μετοχές, τις οποίες θα αγοράσει το Δημόσιο, για να αυξήσουν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας όπως απαιτεί η Τράπεζα της Ελλάδος. Και δεδομένου ότι, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομίας, για να κάνει μία τράπεζα χρήση του πακέτου, υποχρεωτικά πρέπει να εκδώσει μετοχές που θα αναλάβει το Δημόσιο, εύλογα προκύπτει η απόρριψη του σχεδίου συνολικά. Εκτός και αν τελικά αλλάξουν οι όροι ένταξης, καθώς το σκληρό παζάρι όπως φαίνεται θα συνεχιστεί έως την ψήφιση του νομοσχεδίου.

Ρευστότητα- προμήθειες
Πηγές των δύο τραπεζών σημειώνουν στα «ΝΕΑ» ότι το πρόβλημα των τραπεζών δεν είναι η κεφαλαιακή ενίσχυση, αλλά η ρευστότητα, την οποία όπως διαμηνύουν δεν είναι διατεθειμένοι να την πληρώσουν με «υπερβολικές προμήθειες και κρατικούς επιτρόπους». Προσδοκούν ότι η κατάσταση στη διατραπεζική αγορά θα ομαλοποιηθεί σύντομα και μέχρι να γίνει αυτό δηλώνουν ότι απλώς θα υποστούν μείωση της κερδοφορίας τους. Ωστόσο, προειδοποιούν ότι η αναμονή και η απόρριψη της κρατικής χείρας βοηθείας στο μέτωπο της ρευστότητας θα «στοιχίσει» στην ελληνική οικονομία λιγότερα και ακριβότερα δάνεια, με επιπτώσεις στον ρυθμό ανάπτυξης, την ανεργία και την ευημερία νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Στον κύκλο των διαφωνούντων τραπεζών φαίνεται να εντάσσεται και η Αlpha Βank, η οποία δεν απορρίπτει αλλά ούτε και σπεύδει να προσυπογράψει τη συμμετοχή της. Ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα αφήνει η διοίκηση της Εθνικής, αφού όμως υπογραμμίσει νωρίτερα ότι η κεφαλαιακή της θέση είναι ισχυρή. Με συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής», ο πρόεδρος της Εθνικής Τ. Αράπογλου δηλώνει πως «η Εθνική επικροτεί και υποστηρίζει το σχέδιο στήριξης των τραπεζών και της οικονομίας». Προσθέτει όμως ότι «ο όμιλος είναι κεφαλαιακά ισχυρός και διαθέτει ρευστότητα» και καταλήγει λέγοντας: «Έχουμε τον χρόνο να αποφασίσουμε αν θα το χρησιμοποιήσουμε».


Με όπλο τα επιτόκια

ΟΣΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ το σκληρό παζάρι κυβέρνησης και τραπεζιτών τόσο περιορίζονται οι όποιες πιθανότητες για μείωση των επιτοκίων στα δάνεια, μετά και την αναμενόμενη νέα μείωση των επιτοκίων του ευρώ την προσεχή Πέμπτη. Ήδη η πρώτη μείωση των επιτοκίων κατά μισή μονάδα όχι μόνο δεν οδήγησε σε μείωση των επιτοκίων για τους δανειολήπτες στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα έφερε και πρόσθετες επιβαρύνσεις. Οι τράπεζες προ της κρίσης χορηγούσαν στεγαστικά δάνεια με επιτόκιο κοντά στο 5%.

Με την «έκρηξη» του euribor στο 5,39% στις 9 Οκτωβρίου, εκτόξευσαν τα επιτόκια των στεγαστικών στο 7%, διευρύνοντας τα περιθώρια κέρδους σε 2%. Το euribor υποχώρησε, αλλά εξακολουθούν να δανείζουν με 7% και ορισμένοι μάλιστα δεν αποκλείουν και επιτόκια 8% στο άμεσο μέλλον, παρά και τη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ.

Όσο για τα επιχειρηματικά δάνεια; Καλούν τους μικρομεσαίους σε επαναδιαπραγμάτευση των επιτοκίων, δίνοντάς τους δύο εναλλακτικές λύσεις: είτε να αποδεχθούν τελικό επιτόκιο υψηλότερο έως και κατά 1% ή να ξεπληρώσουν άμεσα όλο το δάνειο. Για τα νέα επιχειρηματικά δάνεια απαιτούν επιτόκια 9%- 11% από 4,5%5,5% πριν από την κρίση, ενώ στις πιστωτικές κάρτες το επιτόκιο έχει εκτοξευτεί έως και 22%.

πηγή τα νέα