
«Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που βρίσκομαι σήμερα ανάμεσα σας, διότι όταν ερχόμαστε στα γραφεία της ΝΟ.Δ.Ε., στην ουσία είναι σαν να επιστρέφουμε πίσω στην οικογενειακή εστία. Ή τουλάχιστον έτσι πρέπει όλοι να αισθανόμαστε, όσοι ξεκινήσαμε κάποτε από την ίδια αφετηρία και στη διαδρομή μάς ένωσαν οι αγώνες και οι αγωνίες, τα προβλήματα και οι προβληματισμοί. Και, τουλάχιστον μεταξύ μας, όλοι έχουμε αναπτύξει μια ισότιμη σχέση, η οποία έχει σφυρηλατηθεί κυρίως μέσα από πικρίες, λύπες, θυσίες, αλλά κυρίως και μέσα από το πεζοδρόμιο και από τους αγώνες που κάναμε προκειμένου η Νέα Δημοκρατία μετά από πολλά χρόνια να γίνει κυβέρνηση. Και βεβαίως να μας εμπιστευτεί και πάλι ο ελληνικός λαός στις τελευταίες εκλογές.
Γιατί, αν όλοι εδώ μεταξύ μας έχουμε ένα κοινό χαρακτηριστικό, αυτό είναι ότι δεν είμαστε αχθοφόροι οικογενειακής πολιτικής παράδοσης. Δεν επέλεξαν κάποιοι άλλοι την πολιτική για μας. Εμείς επιλέξαμε την πολιτική, εμείς επιλέξαμε την προσφορά μας στη Νέα Δημοκρατία, εμείς επιλέξαμε να υπηρετήσουμε αρχές, αξίες και ιδανικά, εμείς πονέσαμε με τις πικρίες και τις ήττες του παρελθόντος, εμείς δεν δειλιάσαμε, δεν κιοτέψαμε και συνεχίσαμε να υπηρετούμε τη Νέα Δημοκρατία μέχρι που φτάσαμε στο πρώτο αποτέλεσμα που είναι η πρώτη νίκη του 2000, ή αμέσως μετά ο σχηματισμός κυβέρνησης το 2004 και ασφαλώς η επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης από τον ελληνικό λαό στις πρόσφατες εκλογές του 2007.
Και το λέω αυτό διότι, όταν στεκόμαστε στα γραφεία της κομματικής οργάνωσης, στην πραγματικότητα θέλουμε να στεκόμαστε κυρίως σε αυτό που ονομάζουμε κύτταρα πολιτικής παραγωγής. Ή τουλάχιστον έτσι έπρεπε να είναι η κομματική οργάνωση, να είναι ζωντανό κύτταρο πολιτικής παραγωγής. Γιατί, ειδικά την τελευταία περίοδο που απαξιώνεται από πολλούς, ίσως και εσκεμμένα, η πολιτική και η κομματική ζωή, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το δίλημμα είναι και θα είναι επίκαιρο τα επόμενα χρόνια, τι ακριβώς θέλουμε, δημοκρατία των κομμάτων ή απολυταρχία των επιχειρήσεων.
Όσο αμφισβητείται η δημοκρατία των κομμάτων, όποια παθογένεια και μειονεκτήματα και να παρουσιάζει, η εναλλακτική λύση που παρουσιάζεται, η υπερσυγκέντρωση ισχύος, κυρίως, στις επιχειρήσεις, όχι απλώς δεν προσφέρει διέξοδο, αλλά αντίθετα δίνει τη δυνατότητα στους ελάχιστους να συγκεντρώνουν τα πάντα και να διαμορφώνουν τις τύχες μας εις βάρος μας και, κυρίως, εις βάρος της νέας γενιάς. Εάν πιστεύουμε στη δημοκρατία, πιστεύουμε στα ισχυρά κόμματα. Και τα ισχυρά κόμματα είναι εκείνα τα οποία ξέρουν να εκσυγχρονίζονται, ξέρουν να προσαρμόζονται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, ξέρουν να επαναπροσδιορίζουν ρόλους και δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών και των φίλων, ξέρουν να συναντούν το αύριο. Τα κόμματα, τα οποία προσφέρουν στη δημοκρατία και εμποδίζουν την μετακύλιση στην απολυταρχία, είναι εκείνα τα κόμματα που, πάνω απ’ όλα, ανοίγουν την αγκαλιά τους σε όλους τους φίλους, δίδοντας συγκεκριμένο πολιτικό ρόλο.
Έτσι, αν θέλουμε να υπηρετήσουμε τη δημοκρατία και να την έχουμε ισχυρή, αν θέλουμε να ανακτήσουμε και πάλι την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού, θα πρέπει να φροντίσουμε το σπίτι μας να εκσυγχρονιστεί, να ανανεωθεί, να αποκτήσει μια φρέσκια οργανωτική δομή. Να δώσει ξανά δικαιώματα και υποχρεώσεις σε μέλη και ψηφοφόρους, να γίνει η οργάνωσή μας κύτταρο πολιτικής παραγωγής που να μας βοηθάει να αποτυπώνουμε αιτίες και αιτιάσεις, προβλήματα και προβληματισμούς από την τοπική κοινωνία. Και η τοπική κοινωνία, μέσω του κόμματος, να μπορεί να αρθρώνει πειστικό λόγο προς το κέντρο και όχι αντίστροφα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, το κέντρο να χαράσσει πολιτικές και να χρησιμοποιεί την οργάνωση προκειμένου ετσιθελικά να επιβάλλει τις πολιτικές τους στις τοπικές κοινωνίες.
Οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να έχουν λόγο, ρόλο, άποψη και για να γίνει αυτό, θα πρέπει τα κόμματα και, κυρίως, οι οργανώσεις να λειτουργούν ως δίαυλοι μεταξύ των τοπικών κοινωνιών και της κεντρικής διοίκησης. Η κεντρική διοίκηση να αφουγκράζεται μέσω της οργάνωσης την τοπική κοινωνία και να συνυπολογίζει την τοπική κοινωνία και στην κατάρτιση των προγραμμάτων, έτσι ώστε τα προγράμματα να μην είναι προγράμματα κενά ουσιαστικού περιεχομένου. Να είναι προγράμματα, που την μετεκλογική περίοδο θα εφαρμόζονται, θα είναι ρεαλιστικά. Και ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα είναι τα προγράμματα εκείνα, τα οποία διαμορφώνονται, κυρίως, από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες.
Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει οι οργανώσεις μας να αποκτήσουν διεισδυτικότητα μέσα στους κοινωνικούς προβληματισμούς. Να έχουν τον υπεύθυνο για τα σχολειά, τον υπεύθυνο για το περιβάλλον, τον υπεύθυνο για τα νοσοκομεία, τον υπεύθυνο που θα μεταφέρει προβλήματα και, κυρίως, το τι ακριβώς συμβαίνει στις διεργασίες της κάθε τοπικής κοινωνίας. Αυτό σημαίνει τη μετατροπή ενός κόμματος σε ένα σύγχρονο κόμμα θεσμό, αυτό σημαίνει ότι έχουμε πλατιά απήχηση, αυτό σημαίνει ότι το προβάδισμα, το οποίο εμείς είχαμε στις τελευταίες εκλογές, θα το διατηρήσουμε.
Γιατί αλοίμονο σε όλους εμάς που ξεχνάμε τη μετεκλογική περίοδο το κόμμα. Στην ουσία ξεχνάμε ποια είναι η πραγματική μας δύναμη. Εάν ξεχάσουμε το κόμμα και την οργάνωση την επόμενη των εκλογών, είναι σαν να έχουμε αποκόψει από το σώμα μας το πολύτιμο οξυγόνο που χρειάζεται για να αναπνεύσει.
Γιατί, κυρίες και κύριοι, στην πραγματικότητα μια κυβέρνηση για να μπορεί να στεριώσει και στις δύσκολες στιγμές, τότε που κλυδωνίζεται από κοινωνικά προβλήματα, χρειάζεται ισχυρούς διαύλους, οι οποίοι θα της επιτρέπουν να έχει γερά θεμέλια στην κοινωνία. Και αυτοί οι δίαυλοι, αυτά τα γερά ποδάρια σε επίπεδο κοινωνίας είναι οι κομματικές οργανώσεις. Αλλά ποιες κομματικές οργανώσεις; Όχι κομματικές οργανώσεις-σφραγίδες και φαντάσματα παρωχημένων σχημάτων αλλά κομματικές οργανώσεις που θα είναι κύτταρα πολιτικής παραγωγής, που θα έχουν άποψη, που θα εκφράζονται πολιτικά και την άποψη αυτή θα μπορεί η κεντρική διοίκηση να την αφουγκράζεται.
Γιατί, κατά τη δική μου εκτίμηση, το δίλημμα την επόμενη περίοδο, δεν θα είναι το δίλημμα που ξέραμε κάποτε, το οποίο έχει ξεθωριάσει. Δεν θα είναι δίλημμα δεξιά ή αριστερά. Αυτά τα διλήμματα πια είναι παρωχημένα και, κυρίως οι πολίτες, αυτή την επίπεδη διάκριση των κομμάτων την έχουν ξεπεράσει προ πολλού. Οι πολίτες σήμερα βλέπουν προβλήματα και αναζητούν από τους πολιτικούς λύσεις ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες στα προβλήματά τους. Σήμερα δεν υπάρχουν ετικέτες, υπάρχουν αγωνίες και γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο έχει μετατοπιστεί το δίλημμα από την επίπεδη διάκριση σε ένα άλλο δίλημμα πολύ πιο ουσιαστικό, με περιεχόμενο, στο «λαϊκισμός ή ανάπτυξη». Ο λαϊκισμός υπάρχει σε όλο το πολιτικό φάσμα, όπως και οι δυνάμεις που υπηρετούν την ανάπτυξη υπάρχουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, και κατ’ εξοχήν οι δυνάμεις που υπηρετούν την ανάπτυξη εκφράζονται από τις φιλελεύθερες δυνάμεις.
Άρα ο φιλελευθερισμός, ως ιδεολογία, παραμένει ζωντανή όσο ποτέ άλλοτε. Παραμένει διαχρονική όσο ποτέ άλλοτε. Ο φιλελευθερισμός είναι η δύναμη εκείνη, η οποία επιτρέπει στην οικονομία της αγοράς να λειτουργεί, αλλά παράλληλα να έχει την κοινωνική ευαισθησία να χτίζει δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, συρρικνώνοντας τις μεγάλες κοινωνικοοικονομικές αντιθέσεις, δημιουργώντας όσο το δυνατόν πιο πλατιά τη συνείδηση της συμμετοχικής κοινωνίας, άρα του ενεργού πολίτη.
Έτσι, εάν το δίλημμα σήμερα είναι λαϊκισμός ή ανάπτυξη, τότε η Νέα Δημοκρατία έχει μέλλον και προοπτική, γιατί ακριβώς είναι η παράταξη που υπηρετεί τον φιλελευθερισμό. Και κυρίως θα έχει δύναμη εάν αυτή η ιδεολογία έχει όσο το δυνατόν πιο γερή βάση. Δηλαδή ισχυρές κομματικές οργανώσεις.
Αίσθηση δική μου είναι, Πρόεδρε, ότι ορθώς τοποθετήθηκες, δεν είναι πολυτέλεια το να βρίσκεται ένας Υπουργός στα γραφεία της Νομαρχιακής ή της Κομματικής Οργάνωσης, είναι αυτονόητη υποχρέωση όσων ανέβηκαν σκαλοπάτι – σκαλοπάτι όλη την ιεραρχία για να φτάσουν σήμερα να υπηρετούν από άλλη θέση την κυβέρνηση και την ιδεολογία. Αν σήμερα εμείς βρεθήκαμε στη θέση να συμμετέχουμε σε μια κυβέρνηση από τη θέση του Υπουργού και στην ουσία να υπηρετούμε τη λαϊκή εντολή, αυτό το οφείλουμε στη δύναμη της Νέας Δημοκρατίας, τη δύναμη των πολιτών, στο γεγονός ότι υπηρετήσαμε πλατιά τη λεγόμενη δημοκρατία των κομμάτων. Πιστέψαμε στη Νέα Δημοκρατία, πιστέψαμε στην οργάνωση και αφιερώσαμε δυνάμεις σε αυτή. Έτσι εμείς σήμερα έχουμε δικαίωμα να λέμε ότι αυτή τη δύναμη, τη δύναμη της οργάνωσης που μας εμπιστεύθηκε, την εμπιστευόμαστε και εμείς. Και επειδή την εμπιστευόμαστε, θέλουμε τον εκσυγχρονισμό της, θέλουμε την αλλαγή στην οργανωτική δομή και λειτουργία, θέλουμε τη Νέα Δημοκρατία να γίνει ακόμη θεσμός, θέλουμε όσο το δυνατόν πιο πλατιά συμμετοχή των πολιτών. Γιατί έχουμε αυτοπεποίθηση.
Και, εδώ επίτρεψέ μου να διαφωνήσω μαζί σου Πρόεδρε. Ένα μεγάλο δημοκρατικό και φιλελεύθερο κόμμα έχει αυτοπεποίθηση. Και όταν έχεις αυτοπεποίθηση, τότε ακόμη και τη διαφωνία τη δέχεσαι, αρκεί αυτή να είναι καλοπροαίρετη. Αν είναι κακοπροαίρετη η διαφωνία περιθωριοποιείται και απομονώνεται από τον ίδιο τον λαό, από τους ίδιους τους πολίτες.
Εμείς δεν έχουμε λόγο να φοβόμαστε καμιά άποψη. Είμαστε ένα δημοκρατικό κόμμα που έχει χώρο για όλες τις απόψεις. Οι πολίτες κρίνουν, συγκρίνουν, βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Και φαίνεται ότι τα βγάζουν και σωστά, γιατί κάθε φορά, σε κάθε έρευνα κοινής γνώμης αποτυπώνεται με τα όποια προβλήματα, με τα όποια λάθη, με τις όποιες παραλείψεις, ότι η Νέα Δημοκρατία ακόμη και σήμερα έχει το προβάδισμα στον πολιτικό χάρτη, έτσι όπως αποτυπώνεται στους διάφορους συσχετισμούς σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Με αυτές τις σκέψεις, θέλω να πω ότι έχουμε χρέος να βοηθούμε όσο το δυνατόν τον εκσυγχρονισμό της οργανωτικής δομής και λειτουργίας της παράταξης που υπηρετούμε και βεβαίως να πούμε ότι από την ιδιότητα του Υπουργού της Τουριστικής Ανάπτυξης, όχι μόνο βλέπουμε ότι ο τουρισμός είναι το μέλλον και η οικονομική προοπτική αυτής της περιοχής αλλά, θα συμπλήρωνα, μαζί με τον πολιτισμό και μαζί με τη ναυτιλία, μαζί με την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και την πρωτογενή παραγωγή, στην ουσία μιλάμε για το μέλλον της ίδιας της χώρας.
Αν η χώρα μας θέλει να αναπνεύσει οικονομικά τα επόμενα χρόνια, εάν η χώρα μας θέλει να αντεπεξέλθει στον σκληρό ανταγωνισμό, τότε σε κάποιες υπηρεσίες πρέπει να αποκτήσει συγκριτικό, οικονομικό πλεονέκτημα. Και εκτός από το αυτονόητο πλεονέκτημα που έχει στη ναυτιλία, αυτό πρέπει να γίνει και μέσα από την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, μέσα από τη δημιουργία νέων προϊόντων με εισοδηματική ελαστικότητα, αγροτικών προϊόντων, αλλά και μέσα από υπηρεσίες όπως ο τουρισμός. Ο τουρισμός προσφέρει 18% στο παραγόμενο εισόδημα και έχει ακόμη πολλή προοπτική και πολύ μεγάλο μέλλον για να προσφέρει ακόμη περισσότερα στο παραγόμενο εισόδημα, άρα στην αύξηση του εισοδήματος του κάθε πολίτη.
Με αυτές τις σκέψεις και λέξεις, εγώ σας ευχαριστώ και για την υποδοχή και για την αγάπη και για την αγκαλιά και πάνω απ’ όλα για τη φιλία, με την οποία με έχετε περιβάλλει».