23 Ιουλίου 2008

Σωτήρης Δανέζης: «Δεν κάνουμε ρεπορτάζ αλλά ούτε και σινεμά...»




Μπορεί να έχει περάσει αρκετός καιρός από το 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αλλά τελικά οι εξελίξεις μπορούν να συντελέσουν να παραμείνει μια συνέντευξη επίκαιρη. Σε «Εμπόλεμη Ζώνη» ο χώρος του ντοκιμαντέρ και της καλής τηλεόρασης; Ποιος βάζει τα όρια και γιατί; Κάπως έτσι ξεκίνησε μια έντονη κουβέντα με τον Σωτήρη Δανέζη που έμελλε να μετατραπεί σε φιλική και ουσιαστική συζήτηση. Νεπάλ, Μεξικό, Κολομβία, Σαχάρα, Βοσνία - Ερζεγοβίνη, Βόρεια Κορέα, Βιρμανία...Δεν σας κρύβω τον ιδιαίτερο ενθουσιασμό μου για τον τρόπο που ορισμένες τηλεοπτικές δουλειές καταφέρνουν να δημιουργούν τις προϋποθέσεις και να ανοίγουν δρόμους – τους οποίους το κοινό ζητά και αποδέχεται εμπράκτως – ουσιαστικής ενημέρωσης, πληροφόρησης και επικοινωνίας με τους πολίτες που το έχουν ανάγκη. Σαν μια μικρή επανάσταση του διαφορετικού, ένα βλέμμα στο τί συμβαίνει δίπλα μας, έξω από τον μικρόκοσμο μας…ευτυχώς!

Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δουλειά σας; Ντοκιμαντέρ, έρευνα ή ταινία;

Σωτήρης Δανέζης: Η δουλειά μου είναι αυτή που είναι, αν κάποιος αισθάνεται την ανάγκη να τη χαρακτηρίσει κάπως και να της δώσει έναν τίτλο ευγενείας…δηλαδή αισθάνομαι ότι σιγά - σιγά το ντοκιμαντέρ αρχίζει και παίρνει έναν τίτλο ευγενείας. Η δουλειά μας είναι αυτή που είναι, είναι η απήχηση μιας ιστορίας από μια γωνιά του κόσμου που είναι περισσότερο αποκλεισμένη αν θες από τα πρωτοσέλιδα της ειδησεογραφίας και της καθημερινότητάς μας. Από μια αθέατη όψη του κόσμου...Είναι η αφήγηση λοιπόν μιας ιστορίας μέσα από την εικόνα, τις συνεντεύξεις, τη μουσική και τη δημοσιογραφική έρευνα. Δεν θέλω να του βάλω ταμπέλα. Παράγεται από την τηλεόραση, καταναλώνεται στην τηλεόραση και πήγε και σε ένα φεστιβάλ, είναι ένα τηλεοπτικό προϊόν.

Είναι τηλεοπτικό ρεπορτάζ;

Σ. Δ.: Έχει δανειστεί στοιχεία από το ρεπορτάζ αλλά και στοιχεία από τον κινηματογράφο, θεωρώ ότι δεν είναι δημοσιογραφικό γιατί στη δημοσιογραφία μια βασική αρχή είναι ότι έχω όλες τις απόψεις καταγεγραμμένες και αφήνω στο θεατή, στον αναγνώστη, στον αποδέκτη του ρεπορτάζ να διαμορφώσει άποψη για αυτό που βλέπει. Εμείς λοιπόν δεν κάνουμε αυτό, λέμε ξεκάθαρα την άποψή μας, δεν έχουμε απαραιτήτως και τις δύο πλευρές όταν δεν μας ενδιαφέρει η άλλη πλευρά οτιδήποτε κι αν πει. Για παράδειγμα στην Βιρμανία δεν μας απασχολούσε το να μας πουν οι στρατηγοί πόσο καλά πάει η χώρα από τότε που αποφάσισαν να καταλύσουν τη δημοκρατία...Άρα αυτό δεν είναι ρεπορτάζ, άλλες είναι οι αρχές και οι βασικοί του κανόνες. Το τηλεοπτικό ρεπορτάζ επίσης έχει άλλη δομή, αφήγηση, μοντάζ στήσιμο και παρουσίαση, θα το μοντάραμε αλλιώς, θα το γράφαμε αλλιώς, θα το προβάλαμε αλλιώς, θα του δίναμε όλα εκείνα τα στοιχεία και τις τηλεοπτικές νόρμες για να είναι εμπορικό γιατί η τηλεόραση απευθύνεται σε μία μάζα. Η δική μας δουλειά είναι τελείως έξω από τις βασικές τηλεοπτικές νόρμες, είναι κάθε άλλο θα έλεγα παρά τηλεοπτικό blockbuster, δεν θα μπει στο top 10 της δημοσιογραφίας, δεν θα ασχοληθεί με κάτι που πουλάει, δεν θα είναι ισορροπημένο, δεν θα παρουσιάσει απαραιτήτως όλες τις απόψεις. Θα καταγράψει την πραγματικότητα με την άποψη τη δική μας, τη δική μου, της ομάδας που κάνει την έρευνα, του σκηνοθέτη, όλων όσων βρίσκονται πίσω από αυτό και στο τέλος θα την αποδώσει με την δική μας ματιά, μέσα από το μοντάζ και με μια δημιουργική δουλειά. Όχι μόνον από εμένα αλλά και από τον σκηνοθέτη, τον μοντέρ, το συνθέτη της μουσικής και το διευθυντή φωτογραφίας, από όλους μας που έχουμε συμμετάσχει σε αυτό το θέαμα. Αυτό δεν γίνεται στα ρεπορτάζ...Με αυτό λοιπόν το δεδομένο, δια την εις άτοπον απαγωγή, είναι βέβαιο ότι αυτό που κάνουμε, τουλάχιστον για εμάς, δεν είναι ρεπορτάζ. Γιατί δεν ακολουθεί τις αρχές του ρεπορτάζ και ούτε καν της τηλεόρασης, αν ακολουθούσε τηλεοπτικές δομές θα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, διαφορετικά μονταρισμένο, διαφορετικά στημένο αν θέλετε, με διαφορετική αφήγηση, με τις εντάσεις του και όλα εκείνα τα στοιχεία που χρησιμοποιεί η τηλεόραση για να κρατήσει το θεατή. Εμάς μας ενδιαφέρει να πούμε μια ιστορία και να την πούμε καλά. Και αυτή η ιστορία που θα πούμε να έχει την άποψή μας, να έχει μια πληροφοριακή αξία και μια καλλιτεχνική. Άλλες φορές το καταφέρνουμε καλύτερα και άλλες φορές λιγότερο καλά. Δεν έχουμε καμία μαγική συνταγή ξέρεις την οποία χρησιμοποιούμε για να κάνουμε «τέχνη». Απλά προσπαθούμε να πούμε μια ιστορία με τον τρόπο που θα μας άρεσε να την δούμε κι εμείς, χωρίς να υπακούμε σε βασικές αρχές, φόρμες και νόρμες που σου επιβάλλει η τηλεόραση.



Πότε νιώθετε ότι η δουλειά του γυρίσματος τελείωσε;

Σ. Δ.: Εδώ λοιπόν υπεισέρχεται το υποκειμενικό κριτήριο των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από αυτή την παραγωγή και πάντα υπάρχει αυτό. Δηλαδή θα έρθει εκείνη η στιγμή που εγώ θα θεωρήσω ότι το υλικό μας είναι αρκετό ή που ο σκηνοθέτης θα θεωρήσει ότι την ατμόσφαιρα που θέλαμε να φτιάξουμε σε αυτό το σημείο την φτιάξαμε με μία σεκάνς τριάντα δευτερολέπτων και δεν χρειάζεται να την φτιάξουμε με μία ενάμισι λεπτού ή ότι το ενάμισι λεπτό θα πρέπει να κοπεί και να κατέβουμε στα τριάντα δεύτερα γιατί ο θεατής έχει χάσει την επαφή του με αυτό που λέγαμε πιο πριν ή με αυτό που θα πούμε αμέσως μετά.

Τί καθορίζει το πώς θα προσεγγίσετε ένα θέμα; Στην Βιρμανία για παράδειγμα...

Σ. Δ.: Στην Βιρμανία δεν έχεις ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, το πρόσωπό σου είναι οι στρατηγοί και οι πρωταγωνιστές σου είναι μικροί πρωταγωνιστές που παίζουν σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Είχαμε μια τρομερή δυσκολία να κάνουμε μία προσωπογραφία, να πούμε την ιστορία μέσα από έναν ήρωα γιατί είχαμε μικρούς διαφορετικούς ήρωες σε πολλά διαφορετικά σημεία και θα έπρεπε να πούμε την ιστορία του καθεστώτος κι όχι ενός ανθρώπου. Δομικά λοιπόν έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να το φτιάξουμε αυτό ώστε να δώσουμε στην συγκεκριμένη περίπτωση μεγαλύτερη αξία στην πληροφορία. Υπάρχουν επεισόδια μας που είναι πολύ πιο πληροφοριακά και ενημερωτικά και υπάρχουν άλλα στα οποία ο σκηνοθέτης έχει πολύ μεγαλύτερη άνεση στο να παίξει και να δημιουργήσει με την εικόνα. Δηλαδή το «Βιλίνα Βλας» είναι κάτι άλλο…

Περισσότερο μια προσωπική ιστορία…

Σ. Δ.: Και τα κινηματογραφικά του στοιχεία…έχει κι άλλα στοιχεία μέσα. Εφευρίσκουμε το στιλ μέσα από καθετί που κάνουμε, δανειζόμαστε στοιχεία και από την κινηματογραφική τέχνη και από τη δημοσιογραφία και η ουσία είναι στο τέλος να απευθυνθούμε σε αυτόν που παρακολουθεί και να του μεταφέρουμε ένα μήνυμα. Υπάρχουν κάποιοι που ακολουθούν άλλο τρόπο, εμείς δουλεύουμε αυτόν και προσπαθούμε να τον εξελίξουμε.

Θα γινόταν κάτι διαφορετικά στην ουσία και στο αποτέλεσμα αν είχατε μεγαλύτερο προϋπολογισμό;

Σ. Δ.: Δεν ξέρω κανέναν που να ασχολείται με το ντοκιμαντέρ και να είναι ικανοποιημένος με το χρόνο που έχει στη διάθεσή του και με τα χρήματα. Όλοι ζητάμε περισσότερο χρόνο και περισσότερα χρήματα για το αποτέλεσμα, όχι για εμάς. Θα ήθελες να μπορείς να έχεις την πολυτέλεια να δουλεύεις ένα project…πέντε χρόνια, δέκα χρόνια. Ο Φίλιππος Κουτσάφτης έκανε μια εκπληκτική ταινία, δούλευε πάνω στην Ελευσίνα δέκα χρόνια στο «Αγέλαστος Πέτρα». Ο καθένας θα ήθελε να έχει άνεση χρημάτων, να βρίσκεται στα γυρίσματα έξι μήνες ή ένα χρόνο και να είναι στο μοντάζ άλλον έναν χρόνο, δύο ή τρεις. Κάποιοι δημιουργοί το κάνουν αυτό, βρίσκουν τους τρόπους ή κερδίζουν τις ευκαιρίες για να δουλέψουν σε ένα ντοκιμαντέρ δύο και τρία και δέκα χρόνια. Και φαίνεται αυτό, είναι εμφανές στη δουλειά και στο τελικό αποτέλεσμα, ότι από πίσω βρίσκεται μια διαδικασία που πήρε πάρα πολύ χρόνο και στο επίπεδο πριν την παραγωγή και στο post production και στα γυρίσματα. Και βέβαια θα θέλαμε να έχουμε και περισσότερο χρόνο και περισσότερα χρήματα, για την ώρα όμως προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας με ότι έχουμε στη διάθεσή μας.



Αισθάνεστε ότι βρίσκεστε λίγο σε «εμπόλεμη ζώνη» όσον αφορά στη δουλειά σας;

Σ. Δ.: Όχι, γιατί;

Το ντοκιμαντέρ δεν είναι το είδος που πουλάει. Το κανάλι το υποστηρίζει δίνοντας χρήματα. Δεν υπάρχει κάποιου είδους λογοκρισία; Το να προβάλλεται η εκπομπή στις δώδεκα το βράδυ για εμένα είναι λογοκρισία, δεν επιτρέπει σε όλους να τη δουν.

Σ. Δ.: Αυτό είναι σωστό αλλά η ενημερωτική ζώνη του Mega ξεκινά για όλες τις εκπομπές στις δώδεκα. Και αυτό είναι μια πολιτική του καναλιού που πιστεύει ότι η ενημερωτική του ζώνη μπορεί να έχει απήχηση και ευτυχώς έχει, δεν κοιμούνται όλοι. Απ’ την άλλη εσύ βλέπεις το ποτήρι μισοάδειο, εγώ το βλέπω μισογεμάτο. Και μόνον ότι ένα ιδιωτικό κανάλι όπως είναι το Mega δίνει θέση στο πρόγραμμά του σε ένα εναλλακτικό είδος ενημέρωσης όπως είναι το δημοσιογραφικό ντοκιμαντέρ είναι μια κατάκτηση. Κι έστω κι αν προβάλλεται την συγκεκριμένη ώρα απευθύνεται σε ένα κοινό και βέβαια υπάρχει πάντα και η δυνατότητα να το γράψεις σε ένα DVD. Για εμένα το πρώτο βήμα είναι η προβολή. Το να πείσεις ένα ιδιωτικό κανάλι που λειτουργεί με τα κριτήρια της ελληνικής αγοράς σε αυτό τον απίστευτα ανταγωνιστικό χώρο της ιδιωτικής τηλεόρασης να εντάξει στο πρόγραμμά του ένα ντοκιμαντέρ δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Και μόνον ότι το στηρίζει αυτά τα πέντε χρόνια είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα...

Γίνεται μια γενικότερη συζήτηση για το κατά πόσο χωρούν τηλεοπτικές παραγωγές στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ. Μπορεί ο καθένας να βάλει τα όρια για να πει τί χωρά στον κινηματογράφο και τι όχι;

Σ. Δ.: Εγώ δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να μπω σε κάποιο χαράκωμα από τη μία ή από την άλλη πλευρά και να διαιωνίσω με την δική μου παρουσία όλη αυτή την γκρίνια που υπάρχει και η οποία, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι, έχω την αίσθηση ότι κάνει κακό σε όλους. Καταλαβαίνω τα επιχειρήματα όλων των πλευρών και την έχω παρακολουθήσει κι εγώ αν θες όλη αυτή την ιστορία. Από την άλλη νομίζω ότι ένα φεστιβάλ μπορεί να έχει όλα τα είδη του ντοκιμαντέρ και είμαι ενάντια σε κάθε αποκλεισμό. Τα διαφορετικά είδη είναι διαφορετικοί τρόποι έκφρασης και είναι καλό να υπάρχουν και υπάρχουν. Από εκεί και πέρα είμαι κατά των διαχωρισμών και της «ταμπέλας». Και σε τελική ανάλυση εγώ δεν είμαι σε θέση να κρίνω ούτε τις επιλογές του φεστιβάλ, ούτε το τί θα προβληθεί. Μας προσέγγισαν από το φεστιβάλ, μας είπαν ότι θα ήθελαν να μας κάνουν αφιέρωμα και αυτή ήταν μεγάλη τιμή για εμάς. Τί έπρεπε να πούμε; «Όχι, εμείς δεν ερχόμαστε, γιατί εμείς το κάνουμε στην τηλεόραση αυτό το πράγμα και αν το κάνουμε θα παραβιάσουμε το άβατο;». Νομίζω ότι τελικός κριτής της δουλειάς όλων μας είναι ο θεατής. Κι εγώ αισθάνομαι τυχερός γιατί μπορώ να δείξω τη δουλειά μου στην τηλεόραση και καταλαβαίνω αυτούς που δεν μπορούν. Καταλαβαίνω αυτόν ο οποίος προσπαθεί και πασχίζει να εκφραστεί καλλιτεχνικά μέσα από το δημιουργικό ντοκιμαντέρ ενώ προσπαθεί να βρει και τρόπους χρηματοδότησης και προβολής της δουλειάς του και δεν θα είμαι εγώ αυτός που θα τον κρίνω ή θα τον παραμερίσω.



Υπάρχει μια διαφοροποίηση στους θεατές των φεστιβάλ και σε αυτούς που παρακολουθούν από την πολυθρόνα τους στο σπίτι;

Σ. Δ.: Σαφέστατα και υπάρχει! Ο θεατής που θα έρθει στο φεστιβάλ ή σε μία αίθουσα έρχεται πολύ συνειδητά, θα πληρώσει εισιτήριο για να δει μια συγκεκριμένη δουλειά, ταινία ή ένα πολύ συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ από έναν συγκεκριμένο δημιουργό. Είναι μία σαφέστατη επιλογή, θα κάτσει σε μια καρέκλα, δεν θα τον διακόψει κανείς ενώ παρακολουθεί, δεν θα εμφανιστούν ξαφνικά διαφημιστικές σφήνες, δεν θα υπάρχει κανένα τηλεκοντρόλ για να κάνει ζάπινγκ. Είναι πολύ συνειδητοποιημένος ο θεατής που έρχεται στην αίθουσα. Ο θεατής της τηλεόρασης μπορεί να πέσει και τυχαία επάνω σου κάνοντας ζάπινγκ και στο πρώτο διαφημιστικό break να παρακολουθήσει κάτι άλλο.

Ήθελα να μάθω για τα ταξίδια και τις δύσκολες καταστάσεις. Αν κάτι πάει στραβά και βρεθείτε «μπλεγμένοι» πώς αντιδράτε σε αυτό ή αυτόν που σας απειλεί και ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα σκεφτείτε ότι μπορεί να σας βοηθήσει;

Σ. Δ.: Καταρχήν δεν υπάρχουν guide lines, οδηγίες χρήσης, δεν υπάρχει manual σε αυτές τις περιπτώσεις. Ανάλογα με την κατάσταση που αντιμετωπίζεις συμπεριφέρεσαι κι ανάλογα. Κι ανάλογα με το «είδος» θα έλεγα της απειλής. Γιατί για εμένα απειλή είναι και να πάρουν το υλικό μου ή να μας εκβιάσουν με τέτοιο τρόπο ώστε το υλικό μας να είναι πολύ συγκεκριμένο, υπαγορευμένο, να μας περιορίσουν αν θες την ελευθερία και των λήψεων και των συνεντεύξεων. Κάθε φορά θα αντιδράσεις διαφορετικά, ανάλογα με την κατάσταση που θα αντιμετωπίσεις. Και σε αυτό σε βοηθάει πάρα πολύ η εμπειρία και το ένστικτό σου, είναι φορές που θα ακολουθήσεις μόνον αυτό. Και ποιος είναι αυτός που θα…ειδοποιήσεις αν θες; Θα ειδοποιήσεις την ομάδα σου. Εμείς σε όποια δύσκολη στιγμή κι αν βρεθήκαμε γνωρίζαμε ότι υπάρχει μια ομάδα στο γραφείο η οποία ακολουθεί την αποστολή βήμα - βήμα. Και μάλιστα έχουμε οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε όταν βρισκόμαστε σε μια αποστολή που μπορεί να κρύβει ανεπιθύμητες εκπλήξεις υπάρχει πάντοτε στο γραφείο ένας άνθρωπος ώστε να καλύπτονται και οι διαφορές της ώρας, ακόμα και στις δύο και τρεις τη νύχτα δηλαδή, ώστε αν συμβεί κάτι να έχουμε έναν άνθρωπο να ειδοποιήσουμε και αυτός να κινητοποιήσει ένα μηχανισμό. Δόξα τω Θεώ μέχρι τώρα δεν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο και ελπίζω να μη φτάσουμε ποτέ, δεν το επιδιώκουμε. Μην το μεγεθύνουμε άνευ λόγου, κάποιες από τις καταστάσεις είναι τέτοιες που μπορεί να τις διαχειριστεί ο καθένας. Και αυτή η απειλή που λες καμιά φορά προέρχεται από ανθρώπους και καταστάσεις που δεν μπορείς ούτε καν να τις φανταστείς και να τις προβλέψεις. Δηλαδή μπορεί να κινδυνέψεις από έναν μεθυσμένο που κρατά ένα όπλο, μπορείς να κινδυνέψεις από ένα παιδί που του έχουν πει ότι δεν θα αφήσεις κανένα να περάσει από εδώ –μας συνέβη αυτό στο Αφγανιστάν – και το παιδί δεν καταλαβαίνει και κρατάει όπλο…Η απειλή ότι θα σου πάρουν το υλικό είναι πιο σημαντική για εμένα από οποιαδήποτε άλλη. Η απειλή ότι θα έχεις κάτι στα χέρια σου και θα υπάρξει ο κίνδυνος να σου κατάσχουν ότι έχεις και δεν έχεις και να σε στείλουν πίσω με το ίδιο αεροπλάνο είναι κάτι που φοβάμαι ότι μπορεί να συμβεί πάντα.



Πόσο καιρό διαρκούν συνήθως τα ταξίδια αυτά;

Σ. Δ.: Αναλόγως, εξαρτάται από το μέρος, τις αποστάσεις που έχουμε να καλύψουμε, από το ίδιο το θέμα. Έχουμε βρεθεί σε αποστολή και δέκα ημέρες, έχουμε βρεθεί και είκοσι δύο. Εξαρτάται από το πού βρίσκεται το θέμα, από το ποιες πτυχές του είναι αυτές που θα μας απασχολήσουν και από τον προϋπολογισμό.

Και αυτό συμβαίνει συνέχεια, κάθε μήνα;

Σ. Δ.: Ναι, είναι μια ανθρώπινη περιπέτεια…(γέλια)

Πόσο συχνά λείπετε δηλαδή;

Σ. Δ.: Τον τελευταίο καιρό δεν λείπω και πάρα πολύ συχνά. Στην ομάδα μας έχουμε παιδιά τα οποία έχουν πια τις δικές τους εμπειρίες πάνω στα γυρίσματα και στη δουλειά που κάνουμε κι έχουν ξεκινήσει και κάνουν δικά τους πράγματα οπότε μπορώ να πάρω κι εγώ μια ανάσα, μιαν αποστολή να μην την κάνω εγώ, να την κάνει ένα από τα παιδιά της ομάδας. Αλλά μέχρι και πρόσφατα έλειπα αρκετά συχνά...

Και φαντάζομαι κι όταν είστε και εδώ...

Σ. Δ.: Όταν είμαι εδώ λείπω περισσότερο! (γέλια)



Μου αρέσει που όσο πικρές και δύσκολες να είναι οι καταστάσεις πάντα χρησιμοποιείτε στις εκπομπές σας το χιούμορ, έστω και ως αντίστιξη εικόνας και πραγματικότητας.

Σ. Δ.: Νομίζω πως ο άνθρωπος το έχει τεράστια ανάγκη αυτό...Δεν ξέρω αν είσαστε στην προβολή πριν την δική μας εχθές (αναφέρεται στο «Dishonored» των Νορβηγών Γκαρντ Αλεξάντερ Αντρέασεν και Σιγκρούν Νόρντεβαλ) όπου ακούγαμε τον κατήγορο στην υπόθεση της γυναίκας αυτής από το Πακιστάν και γελούσαμε με αυτά που έλεγε, έλεγε πολύ σοβαρά πράγματα με τα οποία θα έπρεπε να οργιζόμαστε αλλά γελούσαμε με το πόσο γελοίος ήταν. Και ο κόσμος γελούσε αυθόρμητα...Νομίζω ότι ο θεατής το έχει ανάγκη το χιούμορ ακόμα και σε μια πολύ τραγική στιγμή αρκεί να έχει ένα μέτρο, την σωστή δόση, να μην τον προσβάλει.

Για παράδειγμα η κατάσταση στο Μεξικό…

Σ. Δ.: Εκεί πώς αλλιώς μπορείς να το πεις; Είναι και γελοίο από μόνο του, το ότι συμβαίνουν αυτά τα πράγματα μπροστά στα μάτια σου. Αυτό που σου λέω περί αίσθησης του μέτρου. Δεν είναι κωμικό, υπάρχει το κωμικό στοιχείο αλλά μιλάμε για μια τραγωδία και δεν νομίζω πως αυτό που μας έμεινε είναι ότι γελάσαμε. Οι πολίτες οπλισμένοι με κάτι περίεργα πιστόλια, ο άλλος έλεγε εγώ δεν οπλοφορώ, οπλοφορεί η γυναίκα μου…η γιαγιά δίπλα του. Τα παιδιά της ήταν πολύ ικανοποιημένα που η γιαγιά έκανε αυτή τη δουλειά!



Και το παράδειγμα με τον Αμερικανό που έχει αμπαρωθεί στο σπίτι του...

Σ. Δ.: Καταλαβαίνεις μέσα από αυτόν μια ολόκληρη νοοτροπία ορισμένων ανθρώπων και χωρίς να πεις κάτι, χωρίς την αφήγηση, δεν χρειάζεται δηλαδή να το «ψιλοκόψεις» και να το δώσεις έτοιμο στον άλλον. Δηλαδή, αν προσέξεις, εκεί εμείς δεν λέμε κάτι παραπάνω, λέμε ότι είναι ένας Αμερικανός που κοιμάται με το μαχαίρι της επιβίωσης στο μαξιλάρι και με το δίκαννο δίπλα του και μόνον η εικόνα…δηλαδή στη διάρκεια της συνέντευξης σταματά για να σκοτώσει τη μύγα. Αυτό σε ένα ρεπορτάζ δεν θα το δείχναμε, μια τέτοια λεπτομέρεια είναι ένα στοιχείο που θα την έκοβες σε ένα απλό ρεπορτάζ. Όταν σηκώθηκε για να πάει στην πόρτα δεν θα τον ακολουθούσες. Εμείς, επειδή ήταν αυτός που ήταν και χτύπησε η πόρτα του και είμαστε εκεί παρακολουθώντας και αποτυπώνοντας ένα κομμάτι της πραγματικότητας του - όσον αυτό μπορεί να αποτυπωθεί -, την πραγματικότητα του έστω υπό τη δική μας οπτική, το κάναμε. Και υπήρχε όλος αυτός ο διάλογος με το στρατό στην πόρτα του που είναι το πιο αληθινό από όλα αυτά που μας έλεγε προηγουμένως. «Στις ταινίες μυθοπλασίας ο σκηνοθέτης είναι Θεός, στα ντοκιμαντέρ ο Θεός είναι ο σκηνοθέτης», έλεγε ο Χίτσκοκ.

Θα θέλατε να σχολιάσετε την κατάσταση στα Σκόπια και το Κόσοβο;

Σ. Δ.: Δεν θέλω να το σχολιάσω γιατί έχω πολύ καιρό να πάω, δεν αισθάνομαι ότι το θέμα το έχω μελετήσει όσο θα έπρεπε. Θεωρώ ότι βιαζόμαστε όλοι και να βγάλουμε συμπεράσματα και να δηλώσουμε τις απόψεις μας, να πάρουμε θέση και να αντιδράσουμε και εγώ από τη φύση μου δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Θέλω λίγο χρόνο για να επεξεργαστώ την πληροφορία, να δω τί γίνεται για να έχω ξεκάθαρη τη δική μου άποψη. Είναι βέβαιο ότι όλα όσα συμβαίνουν στην «αυλή μας» δημιουργούν μιαν ανησυχία γιατί τα πράγματα δεν είναι καλά. Το μόνο που εύχομαι είναι να μην έχουμε δυσάρεστες εκπλήξεις.

Να περιμένουμε κάποια έρευνα;

Σ. Δ.: Είχαμε δουλέψει στο Κόσοβο για την επέτειο των πέντε χρόνων από τους βομβαρδισμούς, είχαμε κάνει μια συνολική δουλειά και από τις δύο πλευρές και στην Σερβία και στην αλβανική πλευρά και θα θέλαμε να ξαναπάμε. Αλλά ψάχνουμε να βρούμε έναν άξονα, να πούμε κάτι διαφορετικό, να το προσεγγίσουμε διαφορετικά για να θίξουμε όλο το θέμα μέσα από μια διαφορετική οπτική και με συγκεκριμένες ιστορίες.

Μόλις τελειώσει όλος αυτός ο αναβρασμός;

Σ. Δ.: Πολλές φορές αυτό βοηθάει, ξέρεις, μόλις κατακάτσει ο κουρνιαχτός…

Ανοίγουν περισσότερο τα στόματα;

Σ. Δ.: Ναι. Και σε βοηθάει να προσεγγίσεις πιο ψύχραιμα το θέμα και να μιλήσεις με ανθρώπους που σήμερα θα σου έκλειναν την πόρτα στα μούτρα...

Το ότι όμως ακόμα και τότε επιμένετε μέχρι να σας μιλήσουν είναι σίγουρα από τα στοιχεία που σας τιμούν αλλά και δίνουν αξία στην δουλειά σας κύριε Δανέζη...


πηγή movieworld.gr/cinema
Συντάκτης: Λία Παππά