Για χρόνια, ένα μέρος του περιφερειακού τηλεοπτικού τοπίου λειτουργούσε σε μια γκρίζα ζώνη, με σταθμούς που διέθεταν ελάχιστο προσωπικό, περιορισμένη ή ανύπαρκτη παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου και συχνά βασίζονταν στην αναπαραγωγή υλικού από άλλες πηγές. Το καθεστώς της παρατεταμένης «προσωρινής νομιμότητας» επέτρεψε τη διατήρηση ενός μοντέλου λειτουργίας που, σύμφωνα με επικριτές του, δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης και αξιόπιστης ενημέρωσης.
Η νέα διαδικασία αδειοδότησης έρχεται να βάλει αυστηρότερους κανόνες σε έναν χώρο όπου επί δεκαετίες υπήρχε περιορισμένος έλεγχος. Για πολλούς, πρόκειται για μια αναγκαία εξέλιξη που μπορεί να ξεχωρίσει τους πραγματικούς τηλεοπτικούς οργανισμούς από εκείνους που λειτουργούσαν περισσότερο ως «σταθμοί παρουσίας» παρά ως ολοκληρωμένα μέσα ενημέρωσης.
Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι ορισμένα μικρά κανάλια επιβίωναν χωρίς ουσιαστική δημοσιογραφική παραγωγή, βασιζόμενα σε ανακυκλωμένο περιεχόμενο, δελτία τύπου και υλικό τρίτων. Σε αρκετές περιπτώσεις, η τοπική κοινωνία λάμβανε περιορισμένη ενημέρωση για τα πραγματικά προβλήματα της περιοχής, ενώ η ποιότητα του προγράμματος παρέμενε χαμηλή.
Η απαίτηση για σαφείς προϋποθέσεις λειτουργίας, τεχνική επάρκεια και μεγαλύτερη λογοδοσία αναμένεται να δημιουργήσει νέα δεδομένα. Όσοι σταθμοί διαθέτουν πραγματική δημοσιογραφική παρουσία, επενδύουν σε ανθρώπινο δυναμικό και παράγουν τοπικό περιεχόμενο δεν έχουν λόγο να ανησυχούν. Αντίθετα, εκείνοι που λειτουργούσαν με το ελάχιστο δυνατό κόστος και χωρίς ουσιαστική προσφορά στην ενημέρωση ίσως δυσκολευτούν να ανταποκριθούν.
Η περιφερειακή τηλεόραση έχει ανάγκη από ισχυρά και αξιόπιστα μέσα που να υπηρετούν τις τοπικές κοινωνίες. Το ζητούμενο δεν είναι ο αριθμός των καναλιών, αλλά η ποιότητα, η διαφάνεια και η πραγματική ενημέρωση που προσφέρουν στους πολίτες.




