Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν ακόμη ένα εκλογικό ποσοστό για το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά. Καταγράφουν, όμως, κάτι διαφορετικό και πολιτικά σημαντικό: την ύπαρξη μιας υπολογίσιμης δεξαμενής ψηφοφόρων που εμφανίζεται διαθέσιμη να εξετάσει μια νέα πολιτική επιλογή.
Αυτό είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί την εικόνα των τελευταίων εβδομάδων και δημιουργεί νέα δεδομένα στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας.
Από το 9% έως το 16,8% η δυνητική ψήφος
Οι πρόσφατες μετρήσεις παρουσιάζουν διαφορετικές εικόνες ως προς τη δυνητική απήχηση ενός κόμματος με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό.
Η PRORATA καταγράφει 9% που δηλώνει ότι θα ψήφιζε «σίγουρα» ή «μάλλον» ένα τέτοιο κόμμα, ενώ επιπλέον 15% δεν αποκλείει αυτή την επιλογή.
Στην MRB, το αντίστοιχο ποσοστό όσων απαντούν «σίγουρα» ή «μάλλον» ανέρχεται σε 16,8%, ενώ στη MARC φτάνει το 12,1%.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν πρόθεση ψήφου με την έννοια ενός κανονικού εκλογικού πίνακα. Πρόκειται για ερωτήματα δυνητικής ψήφου και, επομένως, δείχνουν κυρίως το μέγεθος της δεξαμενής που θα μπορούσε να εξεταστεί από ένα νέο κόμμα.
Το εύρημα της Pulse και η σχέση με τη ΝΔ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέτρηση της Pulse, επειδή εξετάζει ειδικά τη σχέση του ενδεχόμενου κόμματος Σαμαρά με τους ψηφοφόρους που είχαν επιλέξει Νέα Δημοκρατία στις εκλογές του 2023.
Μεταξύ εκείνων που ψήφισαν ΝΔ το 2023 αλλά σήμερα δεν δηλώνουν ότι θα την επέλεγαν ξανά, το 15% απαντά «σίγουρα» και το 17% «μάλλον» ότι θα ψήφιζε ένα κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά. Το άθροισμα φτάνει στο 32%.
Στους ψηφοφόρους που εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θα ψήφιζαν Νέα Δημοκρατία, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 8%.
Η διαφορά αυτή είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της συγκεκριμένης μέτρησης. Δείχνει ότι η μεγαλύτερη δεξαμενή δυνητικών ψηφοφόρων ενός κόμματος Σαμαρά βρίσκεται μεταξύ όσων έχουν ήδη απομακρυνθεί από τη σημερινή εκλογική επιλογή της ΝΔ.
Δεν πρόκειται ακόμη για εκλογική μετακίνηση
Η δημοσκοπική εικόνα χρειάζεται, πάντως, προσεκτική ανάγνωση.
Τα ποσοστά δυνητικής ψήφου δεν μπορούν να μεταφραστούν αυτομάτως σε πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα. Ένας πολίτης μπορεί να δηλώνει ότι θα εξέταζε την ψήφο σε ένα νέο κόμμα χωρίς τελικά να το επιλέξει στην κάλπη.
Αυτό που καταγράφεται σήμερα είναι η ύπαρξη ενός ακροατηρίου που εμφανίζεται διαθέσιμο να ακούσει την πρόταση Σαμαρά, σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σκηνικό παραμένει ρευστό. Η MRB, για παράδειγμα, καταγράφει 16,8% θετική δυνητική ψήφο, αλλά ταυτόχρονα 79,2% δηλώνει ότι μάλλον ή σίγουρα δεν θα ψήφιζε ένα τέτοιο κόμμα.
Το δεύτερο μήνυμα: οι εξαγγελίες της ΔΕΘ
Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις μετά τη ΔΕΘ καταγράφουν περιορισμένη αποδοχή των κυβερνητικών εξαγγελιών.
Στη μέτρηση της Pulse, το 32% αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά την παρουσία και τις προτάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, ενώ το 54% έχει αρνητική ή μάλλον αρνητική άποψη.
Το εύρημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυάζεται με τη δημοσκοπική εικόνα του ενδεχόμενου κόμματος Σαμαρά. Δεν αποδεικνύει ότι οι δύο τάσεις συνδέονται άμεσα, δείχνει όμως ότι το κυβερνητικό μήνυμα δεν μετατρέπεται αυτόματα σε αντίστοιχη θετική αξιολόγηση από το εκλογικό σώμα.
Το πολιτικό ζητούμενο για τη ΝΔ
Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο μπορεί να συγκεντρώσει ένα κόμμα Σαμαρά, εφόσον τελικά δημιουργηθεί.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι από πού θα προέρχονται οι ψηφοφόροι του.
Οι μετρήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της δυνητικής επιρροής του βρίσκεται σε πολίτες που έχουν ήδη ψηφίσει Νέα Δημοκρατία, αλλά σήμερα εμφανίζονται λιγότερο δεμένοι με το κυβερνών κόμμα. Παράλληλα, οι ίδιες έρευνες καταγράφουν ότι ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να στηρίξει ένα τέτοιο εγχείρημα.
Έτσι, η συζήτηση για τον Αντώνη Σαμαρά μετατοπίζεται από το ερώτημα εάν ένα νέο κόμμα μπορεί να εμφανιστεί στο πολιτικό σκηνικό στο ερώτημα πόσο μπορεί να επηρεάσει τους υφιστάμενους συσχετισμούς.
Και σε αυτό το επίπεδο, οι δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι η συζήτηση έχει ήδη αποκτήσει μετρήσιμο πολιτικό αποτύπωμα.
